Τρίτη, 24 Νοεμβρίου, 2020
Αρχική ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ-ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ -Ηρθι του λιφουρείου , κουρνάρσι, αϊ αναγκάστι θα του χάσουμι.

-Ηρθι του λιφουρείου , κουρνάρσι, αϊ αναγκάστι θα του χάσουμι.

-Ηρθι του λιφουρείου , κουρνάρσι, αϊ αναγκάστι  θα του χάσουμι.
Άλλος για Κρυονέρια;;;;;
Νο 165 για Περδικοβρυση Κρυονέρια Κλεπα….
Και το Νο 172 (δεξιά) για Καταφύγιο…
Στο σταθμό στην Ναυπακτο

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΊΟ τα παλιά χρόνια
-Ηρθι του λιφουρείου , κουρνάρσι, αϊ αναγκάστι θα του χάσουμι.
– Τι καν’ς ετσ’ χστιανέ μ, μέχρι να παρ’ τς στρουφές τ’, να ξιφουρτώσ’, θα του προυλάβουμι
Ας γυρίσουμε λοιπόν το ρολόι της ιστορίας στα χρόνια εκείνα και να περιγράψουμε κάποιες “εικόνες”, σχετικές με το τι συνέβαινε, όταν το λεωφορείο της εποχής εκείνης, ήταν έτοιμο να ξεκινήσει την “Οδύσσειά” του από κάποιο χωριό τ με προορισμό τη πόλη ή την “χώρα”.
– Ελα πίσου…έλα…έλα…παρ του λίγου διξιά, ακόμα
λίγο..έλα…έλα.. οοοοπα!!! καλά είσι.
-Κόφτου ούλου αριστερά τώρα κι τράβα μπροστά.
—- Δεν παει άλλο, είνι ου πλάτανος.
—- Ελα πίσου …έλα…έλα…ελα…ελα.
—- Με παίρν’ λίγου ακόμα?
—- Ναι. Ελα όπους είσι ..έλα…έλα…ελα…οοοπα!!!.
-Ίσιουσι το τώρα και φεύγα. Είσι ιλεύθιρους.
Πολλοί θα θυμούνται αυτά τα λόγια. Τα έχουν ακούσει πολλές φορές.
Είναι ο διάλογος του οδηγού με τον εισπράκτορα ή και κανενός χωριανού για την καθοδήγηση του λεωφορείου
Έπαιρνε εμπρός η μηχανή και με ένα παρατεταμένο κορνάρισμα καλούσε τους επιβάτες για να έρθουν στην πλατεία για να ταξιδέψουν.
Μερικές φορές κάποιο καινούργιο λεωφορείο – πούλμαν το λέγανε – ερχόταν στο χωριό και τρέχαμε όλοι να το δούμε. Αυτό ήταν ωραίο, μεγάλο, όμορφο, πλουμιστό. Ήταν γεμάτο στολίδια. Εικονίτσες, αυτοκόλλητα, φωτογραφίες, λουλούδια αληθινά και πλαστικά.
Το καφενείο ήταν η στάση και άνοιγε πρωί-πρωί και σιγά-σιγά κατέφθαναν οι ταξιδιώτες. Κάθονταν μέσα στο καφενείο, οι μεγάλοι έπαιρναν το καφεδάκι τους και οι γυναίκες με τα παιδιά…τίποτα να μην τους ζαλίσει το λεωφορείο.
Ο εισπράκτορας με τον οδηγό κι αφού πίνανε και αυτοί το καφεδάκι τους, άρχιζαν τη φόρτωση των αποσκευών. Στη σκεπή του λεωφορείου υπήρχε μια σκάρα σχεδόν σε όλο το μήκος του και μια μεταλλική σκάλα απο πίσω ο εισπράκτορας ήταν πάνω, ο οδηγός στη μέση της σκάλας και εμείς από κάτω του δίναμε τα σακούλα και τα κοφίνια. Όταν τελείωνε η φόρτωση, ο εισπράκτορας σκέπαζε την …πραμάτεια με έναν μουσαμά, την έδενε με ένα σκοινί.
Τα σακούλια και τα κοφίνια ήταν γεμάτα, ψωμί, τραχανά, χυλοπίτες, τενεκέδες με τυρί ,νταμιζάνες με κρασί, αυγά, πατάτες ,κολοκύθες και άλλα διάφορα ζαρζαβατικά αλλά και κότες ζωντανές και σφαχτά ακέρια Τα περισσότερα ήταν ασυνόδευτα και τα παραλάμβαναν οι αποδέκτες
Το ταξίδι είχε απ όλα ήταν δύσκολο -χωματόδρομος, στροφές, λιθάρια, σκόνη, κι οι άντρες κάπνιζαν αβέρτα τις γυναίκες και τα παιδιά “τά πιανε το ταξίδι ” και θυμάστε το…εισπράκτωρ…σακούλα..; Στο άκουσμα αυτών των λέξεων,ο εισπράκτορας πεταγόταν σαν ελατήριο να φέρει τη σακούλα και να προλάβει το… κακο.
Είχε όμως και καλά ,κουβέντα γνωριμίες μέχρι και προξενιά γίνονταν αλλά και έρωτες ξεκινούσαν στο πούλμαν
Είχαν αναλάβει και την μεγάλη υποχρέωση της μεταφοράς των μαθητών καθημερινά στα γυμνάσια , εκεί γίνονταν ο χαμός ,ο χαβαλές ,αλλά και τα καρδιοχτυπήματα.
Αναμνήσεις παλιές , μιας άλλης Ελλάδας
ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΕΣ