Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου, 2020
Αρχική ΑΝΑΠΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΘΕΣ Κάπα. Το υφαντό πανωφόρι του τσοπάνη. -Γράφει η Δρ. Μαρία Ν. Αγγέλη.

Κάπα. Το υφαντό πανωφόρι του τσοπάνη. -Γράφει η Δρ. Μαρία Ν. Αγγέλη.

Κάπα. Το υφαντό πανωφόρι του τσοπάνη. -Γράφει η Δρ. Μαρία Ν. Αγγέλη.

Κάπα. Το υφαντό πανωφόρι του τσοπάνη.

 

Ο γεροβοσκός
Πάνω στην καπότα μου,
Φορεσιά και στρώμα μου,
Είδα ονείρατα γυρτός
Ξυπνητός και κοιμιστός
Ζαχαρίας Παπαντωνίου


Κάπα είναι ένα υφαντό, μάλλινο πανωφόρι με κουκούλα, «κατσούλα», όπως τη λέγανε στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας. Αυτό το πανωφόρι ήταν απαραίτητο ένδυμα για τον τσοπάνη που ήταν νυχθημερόν κοντά στο κοπάδι του.

Κατασκευή της κάπας


Ύφανση: το ύφασμα για την κατασκευή της κάπας ήταν χειροποίητο. Υφαινόταν στον αργαλειό από τη γυναίκα του τσοπάνη. Η υφάντρα χρησιμοποιούσε νήματα από μαλλιά προβάτων και γιδιών. Τα έγνεθε με τα χέρια της στη ρόκα, την «ηλακάτη». Ρόκα είναι ένα ειδικό διχαλωτό ξύλο στο οποίο τοποθετείται μια ποσότητα μαλλιού για γνέσιμο.Το μαλλί των προβάτων το έκανε στημόνι και το μαλλί των γιδιών  υφάδι. Χρησιμοποιώ όρους που χρησιμοποιούσε η υφάντρα στον αργαλειό της. Στο Λευκαδίτικο Λεξικό του Π. Κοντομίχη, μελετητή του λαϊκού πολιτισμού της Λευκάδας, διαβάζουμε:Στημόνι: το νήμα του αργαλειού που έχει θέση κατά μήκος του αργαλειού και που ανάμεσα από αυτό περνάει το υφάδι. Υφάδι: το νήμα του αργαλειού που περνάει οριζόντια από τις κάθετες κλωστές του στημονιού με ένα εργαλείο τη σαϊτα.
Μετά την ύφανση έβγαινε το μάλλινο ύφασμα το οποίο περνούσε στο επόμενο στάδιο επεξεργασίας. Στελνόταν στη νεροτριβή για να νεροτριβιστεί. Στη «νερτρουβιά», για να χρησιμοποιήσω πάλι μια λέξη από το ξηρομερίτικο ιδίωμα. Μετά τη νεροτριβή γινόταν αφράτο, κατάλληλο για κόψιμο και ράψιμο.
Ράψιμο: στο ράψιμο απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε η κάπα να μην βάζει νερό από τις ραφές της. Στην περιοχή του Ξηρομέρου, τόπου καταγωγής μου, ειδικοί ραφτάδες έρχονταν και αναλάμβαναν το ράψιμο αυτού του ρούχου. Φημισμένοι για την τέχνη τους ήταν οι Ηπειρώτες ραφτάδες. Κυρίως από την περιοχή του Συρράκου και των Καλαρρυτών. Το μήκος της έφτανε μέχρι το γόνατο και ακόμα μακρύτερο, ανάλογα με την επιθυμία του τσοπάνη που θα τη χρησιμοποιούσε. Εσωτερικά η κάπα στο ύψος περίπου της μέσης είχε «τα χειρότια». Έτσι ονομάζονται οι πλάγιες εσωτερικές τσέπες που είχαν σχήμα ημικυκλίου. Η κάπα είχε και μανίκια, τα λεγόμενα «μανικοκάπια».  Αυτά συνήθως στις άκρες τους είναι ραμμένα, γιατί ποτέ σχεδόν δε φοριέται, αλλά ρίχνεται στους ώμους του τσοπάνη. Μέσα στα μανικοκάπια μπορεί να φυλάξει μερικά χρειαζούμενα πράγματα: ένα μαχαίρι, ένα σχοινί κ.λπ. Το χρώμα της ήταν μαύρο. Το φυσικό χρώμα των επιλεγμένων γιδίσιων μαλλιών. Υπήρχαν και γκριζόχρωμες κάπες. Είχε υφάδι μαλλιών από κανούτα γίδια. Αυτά που έχουν ανοιχτό γκρίζο χρώμα.Yπήρχαν και κοντές κάπες που φοριούνταν σαν σακάκια, οι λεγόμενες «κοντόκαπες» ή «κοντοκάπια». Ένα «κοντοκάπι» φορούσε ο παππούς μου, Δημήτριος(Μήτσος) Αγγέλης από τα Βλυζιανά για να πάει στο καφενείο και να ανταμώσει την παρέα του…

 

 

 

 

Η Ξηρομερίτισσα γυναίκα δεν αναλάμβανε το ιδιαίτερο αυτό ράψιμο. Επιμέλειά της ήταν το καλό γνέσιμο και η ύφανση της κάπας. Η Σαρακατσάνα, όπως προκύπτει από τη βιβλιογραφία, γνώριζε και τη διαδικασία του ραψίματος.
«Κάθε νοικοκυρά, πρόσεχε για την καλή της ύφανση και κυρίως για το ράψιμό της. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στο ράψιμο στο ύψος των ώμων. Εκεί ήταν το πλέον ευαίσθητο σημείο όπου η κάπα μπορούσε να βάλει νερό. Κάθε κομμάτι ράβονταν δύο φορές. Μια εσωτερικά και μια εξωτερικά. Η διαδικασία του ραψίματος από το εξωτερικό μέρος λέγονταν φουντούκισμα. Η κάπα για να μη βάλει νερό, πρέπει να έχει καλό φουντούκισμα έλεγαν οι Σαρακατσάνες. Το διπλό ράψιμο γίνονταν για να ελαχιστοποιήσουν τα ανοίγματα στις ραφές και να μη βάζει νερό η κάπα…». [Από: Γιώργου Κ. Τσουμάνη, «Η κάπα του τσομπάνου», http://sarakatsanoi.blogspot.com/2015/09/blog-post.html].

Χρησιμότητα: η κάπα ήταν απαραίτητο και πολύ χρήσιμο ένδυμα για τον τσοπάνη εκείνης της εποχής. Τον προφύλασσε από τον αέρα, το κρύο και τη βροχή. Μια καλοφτιαγμένη κάπα δεν έβαζε νερό. Το τραγόμαλλο, το γιδίσιο μαλλί την καθιστούσε αδιάβροχη. Ο τσοπάνης επίσης, την είχε ως στρώμα και σκέπασμά του πολλές φορές. Έστρωνε τη μισή χάμω στο έδαφος να ξαπλώσει και με την άλλη μισή σκέπαζε τις πλάτες του για να ξεκλέψει λίγο ύπνο, όσο το κοπάδι του επέτρεπε λίγη χαλάρωση. «Φορεσιά και στρώμα», όπως λέει και ο ποιητής… Με την κάπα στην πλάτη καθόταν για να ξαποστάσει και να φάει το ψωμοτύρι του, να ανάψει ένα τσιγάρο και να ξαποστάσει από την πολλή κούραση.
Η κάπα αποτελούσε την κινητή  καλύβα του τσοπάνη. Ο  Λαμνάτος γράφει:
«‘Ώσπου να κατασκευαστεί το καινούργιο κονάκι, ο τσοπάνος κοιμάται όξω, έχοντας για στρώμα και για σκέπασμα την κάπα ή το καπότι του. Θα μου πείτε, δεν κρυώνει χειμώνα καιρό να ησυχάζει στο ύπαιθρο; Θα σας εξηγήσω αμέσως. Ρίχνει καταγής ένα σωρό πουρναρόκλαρες, κάτω από ένα πουρνάρι κι ύστερα βάζοντας την κατσούλα στο κεφάλι του πέφτει πάνω και μισοκοιμάται…». [Βλέπετε: Β. Λαμνάτου, Η βλαχοζωή στα βουνά και στους κάμπους, Εκδόσεις Δωδώνη,2005,σελίδα:124].
Και ο Παπαδιαμάντης γράφει: «επάνω εις το βουνόν εις τους ευώδεις θάμνους, όπου εκοιμάτο, τυλιγμένος εις μίαν κάπαν…». [Α. Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα].
Ο τσοπάνης και ο άνθρωπος της υπαίθρου εκτός από την κάπα εργασίας που φθειρόταν από την καθημερινή χρήση είχε και μια άλλη, την καλή, την «φιγουράτη», όπως τη χαρακτήρισε μια Ξηρομερίτισσα στην αφήγησή της. Με τη φιγουράτη, την καλοραμμένη και ιδιαίτερα προσεγμένη κάπα του ο άνδρας θα πήγαινε στην εκκλησία, στο καφενείο και στο πλησιέστερο εμπορικό κέντρο για τα ψώνια της οικογένειάς του. Η κάπα και το σακούλι μαρτυρούσαν και τη νοικοκυροσύνη του άνδρα και της γυναίκας του. Και ανάλογα προκαλούσαν θετικά ή αρνητικά σχόλια. Αυτό συμβαίνει στις μικρές κοινωνίες, όπου όλοι γνωρίζονται και όλα σχολιάζονται…

«Ακούστε» την αφήγηση μιας Ξηρομερίτισσας, κόρης τσοπάνη, που βίωσε από κοντά την σκληρή ποιμενική ζωή:
«Η κάπα ήτανε με τραγόμαλλο. Έγνεθε η μάνα μου με τ’ αδράχτι και το σφοντύλι. Να στρίψει καλά το νήμα. Και μετά  το ύφαινε. Μετά το πάηναμε στη νερτροβιά και νερτροβίζοντανε. Άμα γύρ(ι)ζε απ’ την νερτροβιά έρχοντανε ο ράφτης και την έραβε. Νερτροβιά υπήρχε στ’ Αχυρά. Από κει που πήραμε παλιά νερό στο χωριό.[το Μαχαιρά].Τώρα έφκιαξανε και αλλού, όπου υπήρχε νερό. Ο ράφτης έρχοντανε απ’ την Πράμαντα. Εμείς εδώ δεν είχαμε.[στον Πρόδρομο].Σ’ ένα σπίτι έλεγανε, ήρθε ο ράφτης να ράψει τις κάπες. Τώρα λεφτά, είδος, τι; δεν θυμάμαι τι το ’δωνανε. Δεν είχανε και λεφτά τότε ο κόσμος. Και τις «τσακτσίρες», τα μάλλινα παντελόνια, πάλι οι Πραμαντιώτες τά ’ραβανε. Η κάπα χρησίμευε πολύ. Ήτανε, πως φοράνε το παλτό οι γερόντοι, τη χλαίνη. Τότε ήτανε οι κάπες. Έφκιανανε την κάπα του τσοπάνη που ήταν μακριά με κατσούλα. Κι έφκιανανε κι άλλες κοντές κάπες. Μάκρος κάτω από την περιφέρεια τους. Είχανε και την κάπα για καλή, τη «φιγουράτη»! Γύρα γύρα  έβανανε κορδόνια. Ήτανε ωραία!
Μετά το ’50 βγήκανε οι χλαίνες. Στο μαγαζί πάηνανε με την κάπα, στην εκκλησία με κάπα. Στον Αστακό για ψώνια με κάπα και σακούλι.
Και εγώ π’ πήγα στο μαντρί μόδωσανε κάπα κι φόρεσα. Ήθελα ζέστη. Έκανε κρύο. Έβρεχε. Τι νάκανα;
Μετά ήρθε η ούντρα. Βόηθ(η)σανε τον κόσμο. Ήρθανε ρούχα. Ο πατέρας μ’ είχε αδερφό στην Αμερική και μας έστελναν ρούχα…[…].
Έφκιαναν κάπες τότε.Έκανε κρύο.Πώς θα ζούσανε ο κόσμος;Πόσο μάλλον η Ήπειρος, πούχανε πολύ κρύο.Έρχοντανε κι εδώ οι βλάχοι και ξεχείμαζαν.Πόσοι βλάχοι μείνανε εδώ στα χωριά κι έγιναν νοικοκυραίοι…[…].
Είδες τώρα που φοράνε οι γυναίκες κάπα; Η κάπα είναι κλοσάτη και κλειστή στο λαιμό…».[Προφορική αφήγηση της Πανωραίας Χονδρογιώργου – Θεοφίλη, γεννημένη 1934 στον Πρόδρομο Ξηρομέρου. Μαχαιράς , 11  Νοεμβρίου 2020.].

«Κρέμασα την κάπα»: Ο τσοπάνης εγκαταλείπει την κάπα του όταν για κάποιο λόγο αποτραβηχτεί από την τσοπάνικη ζωή. «Κρέμασα την κάπα μου», λέει χαρακτηριστικά στη γλώσσα του… Μια λαϊκή έκφραση που δηλώνει το τέλος του επαγγέλματος του τσοπάνη. Και με πολύ πόνο τη λέει ο ίδιος όταν έρθει αυτή η  στιγμή. Η έκφραση χρησιμοποιείται και μεταφορικά από κάποιον που παραιτείται ή συνταξιοδοτείται από την υπηρεσία του…

Ιστορική αναδρομή: Η χρήση της κάπας ως ένδυμα των βοσκών και των ανθρώπων της υπαίθρου γενικότερα είναι πολύ παλιά. Θα αναφέρω μια περίπτωση: «Το προσφυγάκι». Πρόκειται για ένα μαρμάρινο αγαλματίδιο που βρέθηκε στη Μικρά Ασία. Αναπαριστά ένα μικρό παιδί που είναι τυλιγμένο με την κάπα του και κρατά στην αγκαλιά του ένα σκυλάκι. Έχει ύψος 63 εκατοστά. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους κατασκευάστηκε το 150 μ.Χ. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα από  πρόσφυγες το 1922.Φιλοξενείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με αριθμό 3485.

Η κάπα ως στρατιωτικό ένδυμα: Οι στρατοί πολλών χωρών στο παρελθόν χρησιμοποίησαν μάλλινες κάπες για να προστατευτούν από τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Η Προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο Μέγας Ναπολέων προμηθεύτηκε κάπες για το στρατό του, πριν από την εκστρατεία του στη Ρωσία, από το Συρράκο  και τους Καλαρρύτες της Ηπείρου. Η συρρακιώτικη κάπα ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Στο Μουσείο Κώστα Κρυστάλλη στο Συρράκο που επισκέφτηκα πρόπερσι, φυλάσσεται μια μόνο αυθεντική κάπα.

Η κάπα ως ένδυμα της κλεφτουριάς: Στα χρόνια της τουρκοκρατίας οι κλέφτες χρησιμοποιούσαν την κάπα για να αντιμετωπίζουν τις δύσκολες καιρικές συνθήκες που αντιμετώπιζαν πάνω στα βουνά… Την προμηθεύονταν από τους τσοπάνηδες της περιοχής τους…

Η κάπα ως μουσειακό έκθεμα: Σήμερα η κάπα ως ένδυμα του τσοπάνη και του ξωμάχου γενικά έχει καταργηθεί. Άλλαξαν οι συνθήκες εργασίας και η ενδυμασία του… Ο κτηνοτρόφος στην εποχή μας δεν είναι μέρα και νύχτα κοντά στο κοπάδι. Έχει σύγχρονους κτηνοτροφικούς στάβλους, διαθέτει αγροτικό αυτοκίνητο και δε διαμένει στη στάνη. Επομένως δε χρειάζεται την κάπα για να προφυλαχτεί από το κρύο και τη βροχή. Η κάπα διατηρείται ως μουσειακό είδος σε κάποια Λαογραφικά μουσεία και ιδιωτικές Συλλογές. Και φυσικά στη Μνήμη των υπέργηρων τσοπάνηδων και των παιδιών τους, ως κειμήλιο οικογενειακό. Ως ένδυμα που από μόνο του μπορεί να αφηγηθεί την καθημερινή ζωή του τσοπάνη εκείνης της εποχής και της τσοπάνισσας που είχε τη φροντίδα και την επιμέλεια της κατασκευής του…

Η κάπα ως γυναικείο ένδυμαη κάπα διατηρείται σήμερα (2020) ως ονομασία γυναικείου ενδύματος. Αυτό  το γυναικείο  πανωφόρι είναι φαρδύ, «κλοσάρει». Δεν έχει μανίκια. Είναι εντυπωσιακό ρούχο. Δεν είναι από  χειροποίητο  υφαντό ύφασμα βέβαια. Ούτε ραμμένο στο χέρι, όπως η αυθεντική κάπα στην οποία αναφερθήκαμε. Και μάλλον οι γυναίκες τώρα δεν γνωρίζουν την καταγωγή και ιστορία του ενδύματος που φορούν…

Θα κλείσω με ένα ποίημα του Γ. Δροσίνη. Έχει τίτλο: «Ο  Ήλιος και ο Αέρας». Οι δυο έβαλαν στοίχημα ποιος θα καταφέρει να βγάλει την κάπα από τον  τσοπάνη.

Ο  Ήλιος και ο Αέρας
Ο Αέρας θύμωσε,
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο Αέρας έλεγε:
– Είμαι δυνατότερος!
Και ο Ήλιος έλεγε:
– Σε περνώ στη δύναμη!

Ένας γέρος γεωργὸς
με τη μαύρη κάπα του
στο χωράφι πήγαινε.

Ο Αέρας λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από τον γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!

Φύσησε, ξεφύσησεν,
έσκασε στο φύσημα,
άδικος ο κόπος του.

Κρύωσεν ο γέροντας
και διπλά τυλίχθηκε
στη χονδρή την κάπα του.

Μα κι ο Ήλιος λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από  το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!

Έφεξεν ολόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι έβγαλεν ο γέροντας
τη χονδρή την κάπα του.

Πάλι ξαναλάλησε:
– Άκουσε και μάθε το,
σε περνώ στη δύναμη,
γιατί πας με το κακό
κι εγώ πάω με το καλό!

Σημείωση: Παρακαλώ όποια και όποιον έχει φωτογραφίες με τσοπάνηδες και την κάπα τους και γενικά από την ποιμενική ζωή σε οικογενειακά άλμπουμ, αν θέλει, να μου στείλει. Θα χαρώ πολύ και θα τις αξιοποιήσω κατάλληλα. Το email μου δημοσιεύεται στην αρχή του κειμένου. 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

xiromeronews