In ΑΝΑΠΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΘΕΣ

Η γεωργία αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τον κυριότερο κλάδο της οικονομίας μας.Οι βασικές ανάγκες διατροφής που κάλυπταν τα προϊόντα της, την ανέδειξαν σε κυρίαρχη απασχόληση όλων των κατοίκων, από τα πολύ παλιά χρόνια. Προ του 1930 οι συνθήκες δουλειάς που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γεωργοί στα χωριά, ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές.
Ο ελάχιστος κλήρος Γής που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια, τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας, ο μεγάλος αριθμός ακτημόνων, οι τεράστιες μοναστηριακές εκτάσεις, κ.α. έκαναν την προσπάθεια αυτών που ήθελαν να ζήσουν από τη γη τους πιο δύσκολη.
Έχοντας οι περισσότεροι λίγα χωράφια, αναγκαζόταν να δουλεύουν όλη μέρα, ολόκληρο σχεδόν το χρόνο, εκχερσώνοντας συγχρόνως (παράνομα ή νόμιμα) και προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να αυξήσουν όσο το δυνατόν την καλλιεργήσιμη τους έκταση.
Η απόδοση των χωραφιών σε σχέση με την κοπιαστική εργασία, ήταν ελάχιστη και οι γεωργοί που πραγματικά αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης, ήταν αναγκασμένοι για λίγα σακιά σιτάρι ή καλαμπόκι, να υφίστανται τις βασανιστικές συνθήκες εργασίας στα χωράφια για ολόκληρο το χρόνο.


Όργωμα και σπορά:
Με τα πρωτοβρόχια του Φθινοπώρου άρχιζε η σπορά.
Πρώτα θα έσπερναν τα κουκιά, τις φακές, το βίκο, το ρόβ, τις βρώμες και τα κριθάρια, τα «βρωμοκρίθαρα» όπως έλεγαν μονολεκτικά τα δυο τελευταία. Τέλη Οκτωβρίου έσπερναν τα σιτάρια, που υπήρχαν δυο ποικιλίες, το ντόπιο και η καμπέρα (προερχόταν από την πόλη της Αυστραλίας Καμπέρα).
Τον σπόρο οι γεωργοί τον ετοίμαζαν από την προηγούμενη χρονιά. Διάλεγαν τα καλύτερα δεμάτια από τη θημωνιά, έσπαγαν με τον κόπανο τα στάχυα, καθάριζαν τα σιτάρι και το κρατούσαν για τη σπορά του επόμενου χρόνου.
Όταν άρχιζε η σπορά, οι γεωργοί έβαζαν μέσα στο τσουβάλι που είχαν το σπόρο, ένα ρόδι και δεν το έβγαζαν μέχρι να τελειώσει η σπορά. Ευχόταν με αυτόν τον τρόπο τα σπαρτά τους να γίνουν και να μεγαλώσουν, όπως τα σπυριά του ροδιού.
Η σπορά διαρκούσε μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου.
Πρώτα ο γεωργός μετρούσε μια ‘’σποριά‘’ από το χωράφι του, δέκα βήματα σε πλάτος και αν το χωράφι είχε μεγάλο μήκος το χώριζε σε ‘’στροφάρια‘’ και στην έκταση αυτή σκορπούσε το σπόρο, που είχε μέσα σε ένα τρίχινο σακούλι, τον ‘’σπαρτοντροβά‘’, που είχε κρεμασμένο στον ώμο του.
Όσο αφορά τη σπορά καλαμποκιού, υπήρχε ο ΄΄παρασποριάρης΄΄, ο οποίος πήγαινε πίσω από τον ΄΄ζευγολάτη΄΄ και έριχνε το σπόρο σπυρί-σπυρί και σε συγκεκριμένη απόσταση, μέσα στην αυλακιά.
Μόλις τελείωνε η σπορά, άρχιζε το σβάρνισμα, που σκοπό είχε να σπάσει τους μεγάλους σβόλους (μπλάνες) και να καλυφτεί ο σπόρος με χώμα.
Το όργωμα γινόταν τα παλιά χρόνια με ξύλινο αλέτρι. Είχε μήκος δυόμιση περίπου μέτρα, αρκετά μεγαλύτερο δηλαδή από το ΄΄σιδεράλετρο΄΄ και όλος ο εξοπλισμός ήταν ξύλινος, εκτός από το σιδερένιο υνί. Το κατασκεύαζαν ειδικοί τεχνίτες.
Ένα ξύλινο αλέτρι είχε τα έξης εξαρτήματα, που το κάθε ένα είχε το δικό του ρόλο κατά τη διαδικασία του οργώματος:
-Το πίσω μέρος του αλετριού, το οποίο κρατούσε ο γεωργός και λεγόταν ΄΄αλετροπόδι΄΄.
– Το μέρος του αλετριού πάνω στο οποίο ήταν σφηνωμένο τα υνί, με τη βοήθεια μιας ξύλινης σφήνας.
– Στις δυο πλευρές ήταν στερεωμένα τα ‘ξυλάχτια’, ο ρόλος των οποίων ήταν να ανοίγουν την αυλακιά.
-Το ΄΄σταβάρ΄΄ ήταν ο άξονας του αλετριού που συνέδεε το αλέτρι με το ζυγό. Ο ζυγός έμπαινε πάνω στον αυχένα των βοδιών και τον σταθεροποιούσαν με τις ΄΄ζεύλες΄΄ και τις ΄΄λιμνιστίρες΄΄, φτιαγμένες από δέρμα βοδιού.
Το όργωμα γινόταν επίσης και με άλογα ή μουλάρια. Ζεύονταν με ΄΄αλεμαριές΄΄ από όπου ξεκινούσαν τριχιές, οι οποίες κατέληγαν στα ΄΄παλατζέτα΄΄ και αυτά προσαρμοζόταν πάνω στο αλέτρι.
Ο γεωργός για να παροτρύνει και να καθοδηγεί τα ζώα, χρησιμοποιούσε τη ΄΄βουκέντρα΄΄. Η ΄΄βουκέντρα ηταν ένα μακρύ ξύλο, που στη μια άκρη ήταν στερεωμένο ένα καρφί και στην Αλή η ΄΄ξιάλ΄΄ για να καθαρίζει το υνί.
Το σηδεράλετρο έκανε την εμφάνιση του γύρω στα 1920 και η χρήση του γενικευτικέ μετά το 1925.
Θερισμός:
Από τα τέλη Μαΐου, ξεκινούσε η περίοδος της συγκομιδής.
Πρώτα οι γεωργοί θα μάζευαν τα κουκιά, τις φακές και θα έκοβαν το βίκο, τον οποίο άφηναν στο χωράφι μέχρι να ξεραθεί και στη συνέχεια τον δεματοποιούσαν, με τη βοήθεια ειδικής κάσας. Κατόπιν θέριζαν με τη σειρά τις σικαλιές και τα βρωμοκρέθαρα.
Τα σιτάρια τα θέριζαν Ιούνιο με αρχές Ιουλίου. Ο γεωργός όπως στη σπορά χώριζε το χωράφι σε σποριές, κατά τον ίδιο τρόπο στο θέρο το χώριζε σε ΄΄όργους΄΄, των οποίων το μέγεθος καθοριζόταν από το νοικοκύρη, ανάλογα με τα χέρια που είχε στη διάθεσή του. Έτσι άρχιζε ο θέρος με το δρεπάνι (ένα σιδερένιο εργαλείο σε σχήμα μισοφέγγαρου με ξύλινη λαβή) στο ένα χέρι, την ΄΄παλαμαριά΄΄ στο άλλο, για να μαζεύουν μεγαλύτερες χεροβολιές και την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού.
Τις χεροβολιές που θέριζαν τις άφηναν κατάχαμα, τις συγκέντρωναν σε δρομιά και όταν τέλειωνε ο όργος άρχιζε η δεματοποιησή τους.
Τα δρομιά τα συγκέντρωναν και έδεναν το δεμάτι με τα ΄΄διματκά΄΄, που τα κατασκεύαζαν προηγουμένως με σικαλιά βρεγμένη και στημένη για να έχουν αντοχή και ελαστικότητα.
Όταν οι γεωργοί θέριζαν όλα τα χωράφια τους και έφταναν στο τελευταίο, άφηναν σύμφωνα με το έθιμο λίγα στάχια αθέριστα, για να ΄΄ ρίξουν το δράκο ΄΄ όπως έλεγαν.
Σύμφωνα με το έθιμο, οι θεριστές έκοβαν και τα τελευταία στάχυα και τα πετούσαν μαζί με το δρεπάνι τους προς τα πίσω. Αν το δρεπάνι έπεφτε βολικά (είχε δηλαδή φορά προς τα δεξιά), χαιρόταν και έλεγαν πως την επόμενη χρονιά θα ήταν γεροί για να ξαναθερίσουν. Αν έπεφτε ανάποδα ή κάρφωνε στη γη, έλεγαν πως τάχα κάτι θα πάθαιναν και την επόμενη χρονιά δεν θα ήταν σε θέση να θερίσουν.
Οι γεωργοί που δεν πίστευαν σε τέτοιου είδους προλήψεις ή αντιμετώπιζαν αισιόδοξα την ένδειξη αυτή του ΄΄δράκου΄΄, έλεγαν αστειευόμενοι πως θα καζαντούσαν και του χρόνου δεν θα είχαν την ανάγκη να θερίσουν.
Ήθελαν με αυτόν τον τρόπο να ξορκίσουν το κακό, που κατά βάθος, λίγο-πολύ όλοι πίστευαν.
Τα δεμάτια τα φόρτωναν ανά έξι συνήθως σε κάθε ζώο και τα μετέφεραν στο αλώνι, όπου τα συγκέντρωναν σε μεγάλες θημωνιές. Μόλις συγκέντρωναν τα δεμάτια όλων των χωραφιών, σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο, κατασκεύαζαν ένα σταυρό από στάχια και τον τοποθετούσαν στην κορυφή της θημωνιάς, για να τους έχει ο θεός γερούς και του χρόνου και να τους δώσει τέτοια ή και ακόμα μεγαλύτερη θημωνιά.
Αλώνισμα:
Πολύπλοκη και κοπιαστική η διαδικασία του αλωνίσματος, που άρχισε αμέσως μετά.
Το αλώνι ήταν κυκλικό και λίγα εκατοστά πιο χαμηλά από το έδαφος. Είχε και μια μικρή κλήση. Στο κέντρο του αλωνιού ήταν μπηγμένος ένας πάσσαλος. Όλο το δάπεδό του, ήταν στρωμένο με ένα ιδικό χώμα, άλλες φορές λιθόστρωτο και αργότερα και με τσιμέντο, που διευκόλυνε τη συγκομιδή του καρπού.
Πρώτα καθάριζαν το αλώνι από τα χόρτα, το σκούπιζαν και στη συνέχεια το ΄΄κατάστρωναν΄΄, τοποθετούσαν δηλαδή τα δεμάτια το ένα δίπλα στο άλλο, σε όλη την έκταση του αλωνιού.
Στη συνέχεια έκοβαν με τα δρεπάνια τα δεματικά, ανακάτευαν τα στάχυα με τα ΄΄δικριάνια΄΄ και οδηγούσαν μέσα στο αλώνι τα βόδια ή τα άλογα.
Στην αρχή αλώνιζαν τις βρώμες και τα κριθάρια, συνήθως χωριστά ή και μαζί αν ήταν λίγα. Αυτά τα προόριζαν για τροφή των ζώων, κατά την περίοδο του χειμώνα.
Στη συνέχεια αλώνιζαν τα σιτάρια.
Τα ζώα γυρνούσαν κυκλικά σε όλη την έκταση του αλωνιού για πολλές ώρες και τα στάχυα άρχιζαν σιγά-σιγά να τεμαχίζονται.
Συγχρόνως μερικοί ΄΄γύριζαν το αλώνι΄΄ με τις δοκράνες (ένα ξύλο με δόντια σιδερένια), ώστε να αλωνίζονται όλα τα στάχυα, διαδικασία που επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Στη συνέχεια ΄΄γύριζαν το αλώνι΄΄ με τα ΄΄καρπουλόια΄΄ και στο τέλος με τα ΄΄ξυλόφτιαρα΄΄, όταν πια τα στάχυα είχαν τεμαχιστεί εντελώς.
Μετά και τα τελευταία γυρίσματα, όταν το σιτάρι είχε διαχωριστεί από το άχυρο, οδηγούσαν τα ζώα έξω από το αλώνι και τα ξέζευαν.
Στη συνέχεια το μείγμα του άχυρου και του σιταριού, που ήταν απλωμένο σε όλο το χώρο του αλωνιού, το συγκέντρωναν και δημιουργούσαν ένα επιμήκη σωρό, το ΄΄λαμνί΄΄.
Λίχνισμα:
Πάνω στο ΄΄λαμνί΄΄ ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και με τα ΄΄καρπουλόια΄΄ άρχιζαν το λίχνισμα.
Ο καρπός έπεφτε πλέον βαρύς πάνω στο χώμα, ενώ το άχυρο το έπαιρνε ο αέρας. Για αυτόν το λόγο έφτιαχναν τα αλώνια τους σε ανοιχτά μέρη που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες.
Δίπλα στο σωρό βρισκόταν μια γυναίκα κατά τη διάρκεια του λιχνίσματος και καθάριζε το σιτάρι από οτιδήποτε άλλο έπεφτε.
Όταν τελείωνε το λίχνισμα μετέφεραν το σιτάρι με τον ΄΄αρέλεγο΄΄ , αυτό ήταν ένα κόσκινο φτιαγμένο με δέρμα τα παλιά χρόνια και σιδερένιο αργότερα.
Το κοσκίνισμα ήταν απλό αλά και κοπιαστικό.
Αφού κοσκίνιζαν όλο το αλώνι έβαζαν το σιτάρι σε τρίχινα τσουβάλια των 50 οκάδων και το μετέφεραν με τα ζώα στα δωμάτια-αποθήκες των σπιτιών τους. Το άχυρο που έμενε στο αλώνι, το μετέφεραν στους αχυρώνες, που υπήρχαν δίπλα στο αλώνι ή στο σπίτι.
Η διαδικασία του αλωνίσματος διαρκούσε συνήθως δύο μέρες.
Μετά το αλώνισμα οι νοικοκυραίοι πήγαιναν ένα φορτίο σιτάρι σε κάποιον ανεμόμυλο ή νερόμυλο που λειτουργούσαν κατά καιρούς στα χωριά. Μια ποσότητα από αυτό κρατούσε ο μυλωνάς για την αμοιβή του.
Οι μύλοι αυτοί σταμάτησαν τη λειτουργία τους με την εμφάνιση των αλευρομηχανών.
Η συγκομιδή του καλαμποκιού:
Η συγκομιδή του καλαμποκιού είχε τέσσερεις φάσεις:
α) Ξεβαντάκιασμα: Όταν γινόταν το καλαμπόκι (σχηματιζόταν ο καρπός) και άρχιζε να πήζει, τότε αφαιρούσαν τα στάχυα του καλαμποκιού που ήταν ακόμα χλωρά και τα δένανε σε μάτσα. Αυτά ήταν τα βαντάκια, τα οποία αφού ξεραίνονταν τα αποθήκευαν για να τα χρησημοποιίσουν το χειμώνα ως ζωοτροφή, για τα άλογα, τα μουλάρια και γελάδια.
β) Μάζεμα: λίγες μέρες μετά το βαντάκιασμα και αφού ο καρπός είχε ξεραθεί καλά, μάζευαν τις ρόκες, από την καλαμιά, τις βάζανε σε σακιά και τις μετέφεραν στο σπίτι.
γ) Ξεφλούδισμα: αυτή η διαδικασία γινόταν πάντα νύχτα και συμμετείχαν αρκετοί με μεγάλη χαρά.
Όποιος είχε ρόκες για ξεφλούδισμα, ειδοποιούσε 2-3 μέρες πριν συγγενείς και φίλους, οι οποίοι μαζευόταν στην αυλή του σπιτιού ή μέσα στο σπίτι, αν ο καιρός ήταν βροχερός. Το βράδυ μετά το φαγητό ξεκινούσε η διαδικασία, στην οποία συμμετείχαν όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά.
Στο ξεφλούδισμα η δουλειά που κάνανε ήταν να χωρίσουν τα φύλλα (ροκόφυλλα) από τον καρπό που ήταν κολλημένος επάνω στο κότσαλο. Τα φύλλα τα μάζευαν για ζωοτροφή, αλλά και μερικά από αυτά, (τα πιο λεπτά) τα ξεχώριζαν οι άντρες και τα χρησιμοποιούσαν ως τσιγαρόχαρτα. Σε όλη αυτή τη διαδικασία οι νοικοκυραίοι, κερνούσαν γλυκά, φρούτα, ποτά και καφέδες, για να κρατιέται και η νύστα.
Παράλληλα όμως αυτή η διαδικασία ήταν και ψυχαγωγία. Τραγουδούσαν, πειραζόταν μεταξύ τους, έλεγαν ΄΄απκαστά΄΄ (αστεία) και ανέκδοτα, έλυναν αινίγματα και έτσι συνταίριαζαν το τερπνό με το ωφέλιμο.
δ) Τα στουμπίσματα: αφού περνούσαν λίγες μέρες από το ξεφλούδισμα και οι ρόκες είχαν λιαστεί, ακολουθούσαν τα στουμπίσματα.
Εδώ προτίμηση είχαν οι χειροδύναμοι άντρες, που με ιδικά στειλιάρια ή με κόπανους χτυπούσαν δυνατά τις σωριασμένες ρόκες, μέχρι να αποχωριστεί ο καρπός από τα κότσαλα. Στο τέλος οι γυναίκες ξεσπύριζαν με τα χέρια τα κότσαλα στα οποία είχε μένει λίγος καρπός και το καλαμπόκι ήταν έτοιμο για άλεσμα.
Δυστυχώς όμως παρά την τόσο κοπιαστική προσπάθεια που κατέβαλαν, για να εξασφαλίσουν το αλεύρι της χρονιάς, πολλές φορές αυτό δεν έφτανε ούτε για τη μισή.
Έτσι αναγκαζόταν είτε να αγοράζουν το υπόλοιπο, αν υπήρχαν χρήματα (συνήθως βεβαία δεν υπήρχαν), είτε να το παίρνουν βερεσέ (που τους κόστιζε φυσικά λίγο παραπάνω όταν το αποπλήρωναν), είτε να κάνουν ΄΄τράμπες΄΄ (ανταλλαγή) με άλλα προϊόντα, συνήθως τυροκομικά, γιατί οι περισσότεροι ήταν και κτηνοτρόφοι.
Κάποια από τα παραπάνω εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για αυτές τις εργασίες, κοσμούν πλέων κάποια λαογραφικά μουσεία της πατρίδας μας.

Ιωάννης Παλάσκας σε Άσπρο-Μαύρο

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα.

Leave a Comment

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Start typing and press Enter to search