ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ-ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣΕΠΙΚΑΙΡΌΤΗΤΑ-ΔΙΑΦΟΡΑ

Μηχανή του χρόνου:Χριστούγεννα στην Βόνιτσα του χθες!

%ce%b2%ce%bf%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b11
Οι χριστουγεννιάτικες μέρες, ήταν απ τις μεγαλύτερες χαρές και έμειναν βαθιά χαραγμένες, στη μνήμη των παιδικών μου χρόνων.

Με τις διακοπές, ξανά πιάναμε τα παιχνίδια που τα είχαμε αφήσει για λίγο, όπως ήταν τα λιμπίδια, τα μύγδαλα, τα μονά-ζυγά, η γρούνα, η γαϊδούρα, η αμπάρτζα, η σκλέτζα, οι καβάλες, ο μπίκος, το στριφτό,,, κι όταν έβρεχε πολύ, κλεινόμασταν μέσα στο χαμό-σπιτο της θειά Μαρίκας, και παίζαμε το κότσι.

Γονατιστός και ξερακιανός από μικρός ο Γιάννης ο Βασιλάκος, πελέκαγε με το λούρο τα μικρά, που αποτελούσαν τον κύκλο του παιχνιδιού.
Εκεί ήταν η Αθηνά του Τσαγκαριόλου, η Σοφία του Γώλια, η Κλειώ, η Βγέννα, η Παρασκευή του Μητσάκια και άλλα μικρούλικα, που άντεχαν το ξύλο.

Η γιαγιά Αθάνω, που παρακολουθούσε το παιχνίδι, παρακάλαγε το Γιάννη να μη βαράει πολύ τα μικρά, γιατί τα λυπόταν.
Ήταν πολύ σεβαστή η Βάβω μας η Αθάνω και την αγαπούσαμε όλα τα μικρά, γιατί αυτή ήταν, που μας γιάτρευε απ τη χρυσή.
Με το τσόφλι ενός σπασμένου μύγδαλου που χρησιμοποιούσε για ξυράφι, μας σταύρωνε στο πρόσωπο,,, μας ξόρκιζε με ακαταλαβίστικα λόγια και μας < έκοβε τη Χρυσή> που ήταν μια μεμβράνη, κάτω απ το χείλι μας.

Εμείς, τα εορταστικά κάλαντα για τα Χριστούγεννα, για την Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, και τ Άι-Γιαννιού, τα λέγαμε μόνο το βράδυ της παραμονή, της κάθε γιορτής.
Με το πέσιμο του ήλιου, βγαίναμε παρεούλες για να τα πούμε, στα γύρω γνωστά σπίτια, της γειτονιάς μας.
-Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ την πόλη,
αντηχούσαν οι παιδικές φωνές μας στα γύρω σοκάκια και τη σιγαλιά της νύχτας, που όλο και πιο πολύ πύκνωνε και έπεφτε το σκοτάδι.
-Βασίλη μ’ πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
Τούτες τις ώρες για να βλέπουμε που πατάμε, ανάβαμε κάτι απομεινάρια κεριών, που τα κλέβαμε απ το πανέρι του Πλιακαπάνου.
Οι νοικοκυρές άνοιγαν την πόρτα και μας έδιναν για το καλό, χρήματα αν είχαν και φιλέματα όπως λαδόπιτες, ζαχαρόπιτες ή πετιμεζόπιτες.

Τούτες τις μέρες, εμείς τα μικρά φροντίζαμε και για τις κουτσούνες, που είναι το σύμβολο της τύχης.
Τις ξεριζώναμε με πολύ κόπο στο λιμνοβρόχι και τις φέρναμε στην αυλή του σπιτιού, για να τις βάλουμε μέσα στο σπίτι την πρωτοχρονιά, μαζί με το αμίλητο νερό.

Όποιος πήγαινε να φέρει το αμίλητο νερό απ τη βρύση, έπρεπε να μην μιλήσει καθόλου, μέχρι να το φέρει στο σπίτι.
Με το νερό αυτό η μάνα μας, ανανέωνε το καντήλι στα εικονίσματα και ράντιζε τις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, ψιθυρίζοντας ευχές και ξόρκια για να πάει καλά, ο καινούριος χρόνος.

Το καθιερωμένο γλύκισμα των ημερών, ήταν βέβαια η «βασιλόπιτα».
Έκοβε ο αρχηγός της οικογένειας ένα φελί για τον Χριστό, την Παναγία και του Άι-Βασίλη και μετά, ένα για κάθε μέλος της οικογένειας, ονοματίζοντάς το ξεχωριστά.
Όποιος πετύχαινε το κρυμμένο φλουρί, ήταν και ο τυχερός της χρονιάς.

Για το ποδαρικό της πρωτοχρονιά, τα καλοίσκιοτα παιδιά, ήταν περιζήτητα.

Ο ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Ανήμερα τα Φώτων, στη μέση της εκκλησιάς μας στη Βόνιτσα, στήνανε μια υπερυψωμένη καλύβα από ευκαλύπτους και δάφνες και από εκεί μέσα, έψελνε ο παπάς μας, τα πρέποντα.

%ce%b2%ce%bf%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b12

Ο καντηλανάφτης μας ο Πλιακοπάνος, που ήταν στα μέσα και στα έξω, μοίραζε φιόρα στους Φώτιδες -που γιόρταζαν κείνη τη μέρα- και μεις τα μικρά, παίρναμε βαρελίσο αγιασμό, από μια κάνουλα, της καλύβας.

Μετά όλοι μαζί, τραβάγαμε για την παραλία, με τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα μπροστά, τα λιβανιστήρια και τους παπάδες από πίσω.

Τα μικρά πηγαίναμε στην αρχή ή στο τέλος της κουστωδίας, γιατί τόχαμε σε κακό μας, να μπούμε ανάμεσα στον κόσμο.

Απλωνόμασταν γωνιακά απ τα βράχια του φάρου, μέχρι τα σκαλιά της παραλίας,,, και κει, έριχνε ο παππάς το σταυρό στη θάλασσα, ν αγιάσουνε τα νερά,,, και νάνε καλοτάξιδα, για τους καπεταναίους.

Το σταυρό τότε, τον ρίχνανε στη θάλασσα χωρίς να είναι δεμένος, όπως κάνουνε σήμερα, λες και είναι άλογο και θα τους φύγει…

Βουτάγανε αρκετοί στα παγωμένα νερά του Αμβρακικού κι όποιος τον έπιανε,,, τα κονόμαγε…
%ce%b2%ce%bf%ce%bd%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%b13

Γύριζε με το σταυρό επάνω στον αγιασμένο δίσκο, από σπίτι σε σπίτι, σε όλα τα σπίτια της Βόνιτσας -για να αγιάσουνε- και οι νοικοκυρές, αφού φίλαγαν το σταυρό, ρίχνανε στο δίσκο, ότι επιθυμούσαν.

Ο ευλογημένος με το σταυρό και τις εισπράξεις πάνω στο δίσκο, γύριζε από σπίτι σε σπίτι,,, και από σοκάκι σε σοκάκι, χωρίς να υπάρχει φόβος αρπαγής, από κάνα αλλοδαπό.

Τότε, τα νερά του Αμβρακικού ήταν πεντακάθαρα κι ο σταυρός, καθώς ήταν από μάλαμα, είχε και κάμποσα ρουμπίνια πάνω του -πέντε θυμάμαι- λαμποκόπαγε στον πάτο της θάλασσας.
Ήταν πολύ βαρύς,,, ασήκωτος σας λέω,,, γιατί τον είχα πιάσει κι εγώ στα χέρια μου…

Μια χρονιά,,, έπεσε ο σταυρός στη θάλασσα και από τότε δε τον ματάδαμε..
Καθώς ήταν κειμήλιο, μεγάλης αξίας και μαλαματένιος,,, τον ψάχνανε μέρες και νύχτες, ακόμα και με τα πυροφάνια.
Ο σταυρός πάει…
Δε ματαγύρισε από τότε στις γειτονιές,,, και πολλά είπανε…
Είπα κι εγώ,,, ο θεός κι η ψυχή τους…

Από τότε, έδωσε εντολή ο Δεσπότης, όχι μόνο να τον δένουνε με κορδέλα, αλλά να είναι κι από φελώ…
Άντε μετά απ όλα αυτά εσύ, και καλομαθημένος με τέτοιο μαλαματένιο σταυρό που είχες, να πας τώρα να προσκύνησης το φελώ,,, και να πληρώσεις κι από πάνω…

Η ΠΙΣΠΙΡΙΤΣΑ

Πολλά σπουδαία πράγματα είχαν χαθεί εκείνη την περίοδο απ τις γύρω εκκλησιές, όπως χειρόγραφα ευαγγέλια,
μανουάλια και σπάνιες εικόνες, που όταν είχε αναβροχιά και η Γης έσκαγε απ την έλλειψη του νερού, τις πήγαιναν μέχρι στα γύρω χωράφια και κάνανε παρακλήσεις στο θεό, για να ρίξει καμιά βροχή.

Τότε έκανε την εμφάνισή της και η Πισπιρίτσα, που ήταν ένας νεαρός ντυμένος με φουντοιτά κλωνάρια, λες και ήταν θάμνος που περπάταγε και πίσω του, ακολουθούσε μια κουστωδία από πιτσιρικάδες, που ψέλνανε.

Πισπιρίτσα περπατεί, το θεό παρακαλεί,,,
για να ρίξει μια βροχή, μια βροχή μια δυνατή,
για να ποτιστεί η Γη,,, και άλλα, που δε θυμάμαι…

Απ τα κλαδιά που είχε πάνω του ο Πισπιρίτσας, δεν γνώριζες ποιος ήταν.
Ήταν καλά καμουφλαρισμένος και είχε κρεμασμένη μπροστά του και μια αυτοσχέδια πλεχτή φωλιά, απ τα κλωνάρια της στολής του.
Κρατούσε στο ένα χέρι μια μεγάλη κουδούνα από κυπρί και στο άλλο, μια γκλίτσα για τα σκυλιά που ορμούσαν καταπάνω σ αυτό το περίεργο πράμα, που πέρναγε μπροστά απ τις αυλές των σπιτιών.
Απ τα κουδουνίσματα, τα γαβγίσματα και το ψάλσιμο των παιδιών, γινόταν μεγάλος σαματάς.

Βγαίνανε τότε οι κυράδες απ τα σπίτια τους, με μπότια και με στάμνες και καταβρέχανε την Πισπιρίτσα.
Για τη ζημιά που κάνανε, άφηναν στη φωλιά της λίγα αυγά, γιατί λεφτά δεν υπήρχαν τότε, όπως και σήμερα…

Τον καντηλαναύτη μας τον Πάνο τον Πλικοπάνο, τον αναφέρω με το παράνομά του, όπως και πολλούς άλλους που αναφέρω στις παιδικές μου αναμνήσεις, γιατί ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια, δεν γνωρίζω το πραγματικό τους επίθετο.
Τότε όλοι μεταξύ μας, είμαστε γνωστοί μόνο με τα παρατσούκλια, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που είχαν το ίδιο όνομα και επίθετο.

Όταν γύρισα από φαντάρος, γεμάτος χαρά χαιρέτησα ένα σεβαστό συντοπίτη μας,,, και αυτός με αποπήρε
-Σε παρακαλώ μου λέει,,, δε με λένε έτσι, αλλά,,, και μου είπε το επίθετό του.
Έπεσα απ τα σύννεφα. Πρώτη φορά άκουγα, αυτό το επίθετο στη Βόνιτσα.
Για να μην ξεχνιόμαστε, αναφέρω και μερικά παρατσούκλια που Θυμάμαι.
Πέρα απ τον Πλιακοπάνο, ήταν ο Στέφανος ο Χασούριας,
Θωμάς ο Κάρπουζας, Δημητράκης ο Τιριτιτιός,
Τάσος ο Κοκοράκιας, Νίκος ο Γεσούλας,
Θόδωρος ο Φάκιας, Σπύρος ο Μέντας,
Μήτσος ο Τρίγκας, Μήτσος ο Σουρουκλάκιας,
Αριστείδης ο Κακατσίδας, Πάνος ο Λίγδας,
ο Γαϊδούρας, ο Ουρνίας, ο Σκιός, ο Τσιγδός,
ο Τούρνας, ο Νέπρης, ο Ταρέλας, ο Ασφάκας,
ο Καραμπινιέρος, ο Καρακούφαλος,
Αντώνης ο Διάδοχος, Γιώργος ο Ποδάριας,
Κώστας ο Κουτσομύτης, Νίκος ο Τσιτσιμπός,
Δημητράκης ο Καποράλος, Πάνος ο Γκίζας,
Πάνος ο Ρούπας, Τάκης ο Κουρνόγαλος,
Γιώργος της Μαμής, Γιώργος της Βάγιως.
Αχιλλέας της Μηγδάλως και Γιώργος ο Μπόμπολας (εγώ)

Ο ΜΠΑΡΜΠΕΡΗΣ ΜΑΣ

Στην εκκλησία πηγαίναμε κάθε Κυριακή, φορώντας τα καλά μας.
Από βραδύς μας έβαζε η μάνα μας τσίτσιδι στη σκάφη, για να μας κάνει το βδομαδιάτικο μπάνιο και να μας ξεβρομίσει.
Μας περνούσε τρία χέρια σαπούνι για να να βγάλει τη μάκα που είχαμε πάνω μας, αλλά ο κόπος της πήγαινε χαμένος.

Λουζόμασταν και όταν έπρεπε να πάμε στον κουρέα μας, τον μπάρμπα Βασίλη τον Σπαθούλα, για να μας κουρέψει.
Μας αγριοκοίταζε περιέργεια καθώς μπαίναμε στο κουρείο του και μας ρώταγε πολλές φορές -γεμάτος υποψία- αν λουστήκαμε καλά.
Μας έψαχνε και με τα δάχτυλα στο κεφάλι, να δει μπας και είχε απομείνει κομμάτι από άμμο, άλλα όλο και κάτι του ξέφευγε.

Εκεί λοιπόν καθώς μας κούρευε κρίτσι-κρίτσι-κρίτσι γουλί -με τη βαριά σιδερένια χειροκίνητη μηχανή του, με το που έκανε < κράκ > η μηχανή, μας κοπάναγε και μια μ αυτή, στο κεφάλι.

Όποιο μικρό έβγαινε απ το κουρείο ή το βρίσκαμε φρεσκοκουρεμένο στο δρόμο, το ψάχναμε να δούμε, πόσα καρούμπαλα έχει το κεφάλι του.
Τα καρούμπαλα αυτά τα λέγαμε γεροντικά και όλοι μας, προσπαθούσαμε να βρούμε δικαιολογία και να αποφύγουμε την επίσκεψή μας, στο κουρείο του.

Όταν έβλεπε εμένα να μπαίνω στο κουρείο του, τον έπιανε τάρτανος γιατί με λέγανε Γιώργος, όπως και το γιο του.
-Κάθε Γιώργος και μπούφος, μου έλεγε με κακία,,, και πάντα συμπλήρωνε χαμηλόφωνα.
-Εκτός απ το Γιώργο το Μπελτάο.
Αυτός ήταν γιατρός, τον είχε ανάγκη,,, και φοβότανε μην μάθει πως σαν Γιώργος, ήταν κι αυτός μπούφος.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ
giorgosbelesiotis.blogspot.

Αφήστε ένα σχόλιο

comments

Comment here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.