In ΝΕΑ ΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ, STORIES
ιστορικές επιφυλλίδες 
ΗΠΕΙΡΟΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΣΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ (1823-1845)
εποίκηση στο Βραχώρι, Ναύπακτο και Ξηρόμερο
Γράφει ο: ΝΙΚΟΣ  ΘΕΟΔ. ΜΗΤΣΗΣ 
Συγγραφέας Ιστορικός 

 

 

            Ως γνωστόν κατά την επανάσταση του ΄21, αλλά κυρίως μετά το 1828 παρουσιάζονται μετακινήσεις άμαχων ελληνικών πληθυσμών από διάφορες περιοχές όπως: Θρακομακεδόνες, Ηπειρώτες, Θεσσαλοί, Κρήτες, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Καραγκούνηδες, μικροί πληθυσμοί από  Σέρβους– Βούλγαρους κ.λπ,  με  τελικό προορισμό την ενδοχώρα της Ρούμελης, τις Κυκλάδες, αλλά και την Πελοπόννησο.<

/div>

      Δραματικές υπήρξαν -ως γνωστόν- οι μετοικήσεις των Σουλιωτών που εκπατρίσθηκαν ολοκληρωτικά στις 15/28 Δεκεμβρίου 1803 για την  Κέρκυρα, καθίσαν εκεί επί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια και γύρισαν στο Σούλι στις 6/19 Δεκεμβρίου 1820 φιλώντας τα πάτρια χώματά τους και δακρυρροώντας τα έραναν με αναφιλητά αλλά και με πόνο ψυχής.
 
          Έφυγαν ξανά οι Σουλιώτες απ΄ την πατρίδα τους και για πάντα απ΄ αυτήν τέλος Αυγούστου του 1822, υφιστάμενοι αναντίρρητα μία ανείπωτη ταλαιπωρία, περιπλανώμενοι από τόπο σε τόπο όπως: Κεφαλλονιά-Κέρκυρα- Λευκάδα- Κάλαμος -Μεγανήσι- Αιτωλοακαρνανία, γενόμενοι πολλές φορές βορρά υποσχέσεων από την τότε επίσημη Διοίκηση για εποίκηση– μόνιμη εγκατάστασή τους σε ελληνικό έδαφος, στην αρχή για το Νεόκαστρο Πυλίας Μεσσηνίας, ακολούθως για το Ζαπάντι Αγρινίου, μετά για το Λάλα Ηλείας, την Επίδαυρο Αργολίδος και τέλος στο Ζαπάντι, στην Ναύπακτο και γενικότερα στη Βόνιτσα και στο Ξηρόμερο………..
 

          Ως γείτονες με την Αιτωλοακαρνανία, οι  Ηπειροσουλιώτες, προτίμησαν να κατοικήσουν σ΄ αυτή και, κυρίως στο εύφορο Αγρίνιο (Βραχώρι), καθώς και τα χωριά και τις επαρχίες πέριξ αυτού, με την ελπίδα φυσικά της επιστροφής τους κάποια στιγμή στην πραγματική ποθητή τους πατρίδα το Σούλι της Θεσπρωτίας.
                 Αυτή την περιπλάνηση των Ηπειροσουλιωτών στα 1823– 1845 και την τελική τους εγκατάσταση– εποίκηση  στην Αιτωλοακαρνανία, εξετάζουμε σήμερα στην παρούσα έρευνά μας μέσα από πρωτογενείς ιστορικές πηγές των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ), των αρχείων της εθνικής Παλιγγενεσίας (Α.Ε.Π), καθώς και από βιβλιογραφίες επιφανών ιστορικών του 19ου αιώνα (Νικόλαος Σπηλιάδης, Χριστόφορος Περραιβός, Λάμπρος Κουτσονίκας, Παν. Αραβαντινός, Φωτάκος, Νικόλαος Κασομούλης, Αρχεία: Λ και Γ. Κουντουριώτη, Ιω. Κωλέτη, Π.Π. Γερμανού, Κ. Μεταξά, Συλλογή Γιάννη Βλαχογιάννη κ.λπ).
Περιπλάνηση Σουλιωτών 1822
      Αποχωρίζονται οι Σουλιώτες την πατρίδα τους αρχές Σεπτεμβρίου 1822, όπου από την Σπλάντζα (Αμμουδιά) της Πρέβεζας και με κρύα την καρδιά έπλευσαν για την Άσσο της Κεφαλλονιάς και μετά από λοιμοκαθαρισμό εβδομήντα περίπου ημερών και αφού δεν έβλεπαν στον ήλιο μοίρα οι πιο πολλοί πήγαν πίσω στη γνώριμη τους Κέρκυρα.
          Αρχικά σκόπευαν να πάνε στο Μεσολόγγι κι όχι στην Κεφαλλονιά μας αναφέρει ο Χριστόφορος Περραιβός [Απομνημονεύματα, Αθήνα 1965, σελ. 40 και 126] όπως το ίδιο περιγράφει στα απομνημονεύματά του  και ο Νικόλαος Σπηλιάδης «είχον δ΄ απόφασιν να υπάγωσιν εις το Μεσολόγγι, αλλ΄ οι Τούρκοι προεμάντευσαν τούτο και ενήργησαν να τους συνοδεύσωσι καθ΄ όλον τον πλούν τα πολεμικά Αγγλικά πλοία». [Απομνημονεύματα, Νικ. Σπηλιάδη, Αθήνα 1951, τ. Α΄, σελ. 442].
            Αλλά πολύ πριν πέσει το Σούλι, οι Σουλιώτες έρχονταν σε συνεννοήσεις με τους Πελοποννησίους και Στερεοελλαδίτες και σε μία  επιστολή τους (10-5-1822) ζητούσαν να μετοικήσουν εκεί με τα γυναικόπαιδα τους, αναφέροντας μεταξύ των άλλων και τα εξής: «Να πέμψετε τρία ή και τέσσερα πλοία πολεμικά, δια να μετακομίσωσιν τα γυναικόπαιδα μας εις αυτά τα μέρη και να τα κατοικίσετε εις κανέναν ασφαλές και υγιές μέρος και να λάβετε την φροντίδα να τα τρέφετε, επειδή αν μείνουν εδώ, όχι μόνον κινδυνεύουν, αλλά και την τροφήν ματαίως δαπανώσιν, η οποία μέλει να χρησιμεύση δια μόνους τους πολεμικούς«. [Άπαντα, Χριστοφ. Περραιβού, εκδ.1956, σελ. 99].
          Ακόμα έγραφαν, σύμφωνα με τον Σουλιώτη Λάμπρο Κουτσονίκα ότι τους είχαν προ αποστείλει κι άλλα γράμματα, καθώς και Επιτροπή, αποτελούμενη από τους: Μάρκο Μπότσαρη, Αθανάσιο Δράκο, Βασίλειο Ζέρβα, Λ. Παντούλα και Λάμπρο Ζάρμπα. [Λ. Κουτσονίκας, Γεν. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδ. 1863, σελ.136 ,141]. Επίσης ο Κουτσονίκας γράφει και για δυο αποστολές υπό τον Μάρκο Μπότσαρη στην Κόρινθο τέλους του 1821 και μια την Άνοιξη του 1822. Το ίδιο αναφέρει για τον Μάρκο Μπότσαρη και ο Π. Αραβαντινός [Αν. Γούδα. Βίοι παράλληλοι, Αθήνα.1876 , τ.8 , σελ.64].
           Γενικά οι Σουλιώτες έπειτα από παροτρύνσεις της ελληνικής Διοίκησης και ιδίως από δική τους βιοποριστική ανάγκη ζήτησαν με αναφορά τους στις 16  Ιανουαρίου 1823 προς τον Άγγλο διοικητή της Κέρκυρας, να τους επιστραφούν τα όπλα που τους τα κράτησαν προσωρινά στην Κεφαλλονιά και να τους δοθεί άδεια να περάσουν στη δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία) κι αφού βρουν μέρος ασφαλές, να μεταφέρουν εκεί τις οικογένειές τους [Χριστ. Περραιβού, άπαντα, σελ.139].
        Πλην όμως τέτοια άδεια δεν τους δόθηκε ποτέ, οπότε μερικοί έμειναν μόνιμα «ως ξυλουργοί», «αγωγιάτες» και «νεροκουβαλητές» στην Κέρκυρα, ενώ πολλοί αναχωρούσαν μετά από αυτά κρυφά για την Ελλάδα.
       Έτσι λοιπόν αρχές του 1823 αρχίσανε οι Σουλιώτες να βγαίνουν από την Κεφαλλονιά, τη Λευκάδα, τον Κάλαμο, την Ιθάκη, το Μεγανήσι και από την Κέρκυρα, λίγοι – λίγοι και κρυφά και χωρίς άρματα, φτωχοί και πεινασμένοι και να έρχονται στη Δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία).
 
1822-1823: Νεόκαστρο – Ζαπάντι 
            Με επιστολή τους στις 10 Μαΐου 1822 οι Σουλιώτες που έθεταν και θέμα μετοίκησης των οικογενειών τους σε ασφαλές και ελεύθερο ελληνικό έδαφος, η υπό τον Αλέξανδρο  Μαυροκορδάτο κυβέρνηση καθυστέρησε να πάρει απόφαση, πριν λάβει και τη συγκατάθεση της Πελοποννησιακής Γερουσίας. [Αρχείο Γεωργίου και Λαζ. Κουντουριώτη, Αθήνα, 1920 τ. Α, σελ. 102].
       Μετά από λίγο καιρό έγραψαν στους Σουλιώτες, με σύμφωνη γνώμη της Πελοποννησιακής Γερουσίας, «ότι τους δίδεται το Νεόκαστρον και τα πέριξ χωρία δια κατοικίαν των φαμιλιών, επί συμφωνία ότι να μείνωσιν εκεί εις το φρούριον του Σουλίου οι αναγκαίοι στρατιώται και δια φύλαξιν εκείνου, το οποίον είναι δια την θέσιν του αναγκαιότατον εις τους Έλληνας και δια να μένη ένα μέρος εχθρικού στρατεύματος ενησχολημένον εις εκείνο το μέρος». [Απομνημονεύματα, Παλαιών Πατρών Γερμανού, σελ. 182].
            Τα μέλη της κυβέρνησης έγραψαν στους Σουλιώτες ότι τους προσέφεραν το Νεόκαστρο Πυλίας Μεσσηνίας για συνοικισμό τους. Τούτο το αναφέρει και ο Φωτάκος: «Εδώκαμεν εις τους Σουλιώτας το Νεόκαστρον δια πατρίδα και ως νέον Σούλι» [Απομνημονεύματα, Φωτάκου, τ. Β, σελ. 383,578]. Αλλά δεν τους στέλνουν πλοία να μετακομίσουν τις οικογένειές τους, ούτε τροφές, ούτε και μπαρουτόβουλα για να πολεμήσουν μας αναφέρει ο Σπηλιάδης [Απομν. Νικ. Σπηλιάδη, τ. Α, σελ. 441].
           Τα πράγματα βέβαια διαφέρουν πολύ τον επόμενο χρόνο 1823, που οι Σουλιώτες ήρθαν από τα Ιόνια νησιά στη Δυτική Ελλάδα, οι ποιο πολλοί μαζί με τις οικογένειές τους, που θέλουν να τις βολέψουν εκεί για να τις προστατέψουν και να νιώθουν κάπως κοντά στην ποθητή τους πατρίδα το Σούλι της Θεσπρωτίας. Όπως και η κυβέρνηση θεωρεί ορθό να τους παραχωρήσει κάπου εδώ εθνική γη, δηλαδή γη που πριν ανήκε στο τουρκικό δημόσιο ή σε Τούρκους ιδιοκτήτες και αξιωματούχους (π.χ Μουχτάρηδες, Σπαχίδες, Κατήδες, Μπέηδες, πασάδες, κλπ), για να εγκατασταθούν μόνιμα, να έχουν νέα πατρίδα όχι πολύ μακριά από την παλιά και να αποτελούν έτσι με τους Αιτωλοακαρνάνες ασπίδα γερή κατά των από βορρά εχθρών που καιροφυλακτούσαν στα Γιάννενα.
         Πραγματικά, έπειτα από σχετικές αιτήσεις του αρχηγού των όπλων στη Δυτική Ελλάδα Μάρκου Μπότσαρη (Οκτώβριος 1822 ορίστηκε αρχηγός από τον Αλέξανδρο  Μαυροκορδάτο), το Εκτελεστικό Σώμα ανταποκρίθηκε, να δοθεί στους Σουλιώτες το χωριό Ζαπάντι της επαρχίας Βλοχού, κοντά στην τότε πρωτεύουσα της Αιτωλοακαρνανίας το  Αγρίνιο (Βραχώρι).   
 
«Πρότασις εγκαταστάσεως των υπό τον Μάρκο Μπότζιαρην εκπατρισθέντων Σουλιωτών εις Ζαπάντιον Δυτικής Ελλάδος
Β΄ περίοδος  Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Αριθ. 1152  Το Εκτελεστικόν  Σώμα
Προς τον Εκλαμπρότατον πρόεδρον του Βουλευτικού
    Και προλαβούσαι και νεότεραι αναφοραί του στρατηγού Μάρκου Μπότζιαρη παρρησιάζουσαι την στάσιν των εις την Ελλάδα ελθόντων Σουλιωτών προσκαλούν όλην της Διοικήσεως την προσοχήν υπέρ αυτών. Οι ανδρείοι ούτοι στρατιώται, αφού τόσον καιρόν ηγωνίσθησαν στερηθέντες της πατρίδος των, μετέβησαν εις την Κεφαλληνίαν και εκείθε πάλιν, άμα λαβόντες την άδειαν, επανήλθον εις την Ελλάδα και αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας, αλλά στερούμενοι και πατρίδος και κτημάτων και όλων των αναγκαίων, ούτε δι εαυτούς, ούτε δια τας φαμιλίας των, ευρισκομένων εν ξένη γη, πόρον ζωής έχουσι. 
      Το Εκτελεστικόν κρίνει και δίκαιον και ωφέλιμον δια την Ελλάδα και αναγκαίον να δοθή εις αυτούς το χωρίον και όλος ο τόπος του Ζαπαντίου κατά τον Βλοχόν της Δυτικής Ελλάδος δια να κατοικήσωσι  δίκαιον μεν, διότι έχασαν την πατρίδα των μαχόμενοι υπέρ της Ελλάδος. 
       Και η Ελλάς οφείλει να δώση εις αυτούς τόπον δια να κατοικήσωσι και καλλιεργούντες την γην να τρέφονται. Ωφέλιμον, διότι μάχιμοι όντες χρησιμεύουσι κατά του εχθρού, και μάλιστα όταν έχωσι σκοπόν το να φυλάξωσι την νέαν πατρίδα των. 
       Αναγκαίον δε, διότι οι άνθρωποι ούτοι απελπιζόμενοι και μη έχοντες πόρον ζωής, επόμενον είναι να ανησυχούν και να ταράττουν των άλλων την ησυσίαν. Το Εκτελεστικό ελπίζει ότι το Βουλευτικόν πιθόμενον εις όλους τούτους τους λόγους θέλει εγκρίνει το ανωτέρω πρόβλημα.
 
Τη 1η Ιουνίου 1823, εν Τριπολιτζά
ο πρόεδρος  Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης  ο Γεν. Γραμματέας
Σωτήριος Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαΐμης, Αλεξ. Μαυροκορδάτος».

 

Η πρόταση του Εκτελεστικού Σώματος προς το Βουλευτικό, στις 1 Ιουνίου 1823, να χορηγηθεί το χωριό Ζαπάντι της επαρχίας Βλοχού Αιτωλίας ως κατοικία των ανέστιων Σουλιωτών 
 
 Ιδού και η έγκριση του προβουλεύματος του Εκτελεστικού  Σώματος- που έδρευε τότε στην Τρίπολη- από το Βουλευτικό Σώμα, που ακολούθησε μετά από έξι ημέρες και, εγκρίνει να χορηγηθεί στο Ζαπάντι, το ήμισυ του εθνικού τόπου.  
 
«Σώμα Βουλευτικόν Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Περίοδος Β΄Αρ. 109. 
ο Πρόεδρος του Βουλευτικού
Προς τον Εκλαμπρότατον Πρόεδρον του Εκτελεστικού
       «Εν τη σημερινή συνελεύσει του Βολευτικού, εγένετο σκέψις εν τω προβουλεύματι του Εκτελεστικού υπ΄ αριθ. 1152 και ημέραν α΄ Ιουνίου, και το Βουλευτικόν ενέκρινε δίκαιον και ωφέλιμον το να δοθή τόπος κατοικίας εις τους Σουλιώτας προς τροφήν των. Όσον δε περί του τόπου του Ζαπαντίου, οπού ρητώς προσδιορίζει το Σεβαστόν Εκτελεστικόν, εστοχάσθη το Βουλευτικόν, ίνα γίνη τούτο κατά τον ακόλουθον τρόπο. 
        Όταν υπάγει ο Έπαρχος του Μεσολογγίου εις τον  τόπον του, να επισκεφθή και θεωρήση τον τόπον εκεί διαχωρίσας τον ιδιόκτητον από τον εθνικόν, εις αποφυγήν συγχύσεως των εκεί εγχωρίων, να παραχωρήσει το ήμισυ του εθνικού τόπου κατ΄ εκείνο το μέρος και αν τούτο δεν εξαρκέση εις εξοικονόμησιν όλων των Σουλιωτών φαμιλιών, να τους δοθή και από τα πλησιέστερα μέρη ανάλογον μέρος της ελλείψεως. Ο δη και καθυποβάλλεται εις του Εκτελεστικού την επίκρισιν.
 
Τη 9 Ιουνίου 1823 εν Τριπολιτζά
ο Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού  
Βρεσθένης Θεωδώρητος 
ο Α΄ Γραμματεύς Ιω.  Σκανδαλίδης«.
        Βλέπουμε ότι, ενώ με το προβούλευμα το Εκτελεστικό έκρινε δίκαιο και ωφέλιμο και αναγκαίο να δοθεί στους Σουλιώτες «το χωρίον και όλος ο τόπος» στο Ζαπάντι, το Βουλευτικό τροποποιώντας παραχώρησε «το ήμισυ του εθνικού τόπου» κι αν δεν επαρκέσει «να τους δοθεί και από τα πλησιέστερα μέρη το ανάλογον μέρος της ελλείψεως».
            Την επόμενη μέρα υπέβαλαν αναφορά διαμαρτυρίας και Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγοί και παραστάτες βρισκόμενοι επίσης στην Τρίπολη, για να μη παραχωρηθεί στους Σουλιώτες γη στο χωριό Ζαπάντι. Ανέφεραν στην επιστολή τους οι διαμαρτυρόμενοι παραστάτες, μεταξύ των άλλων, τα εξής:
      «…..ότι το πράγμα τούτο δεν συμφέρει κατ΄ ουδένα τρόπον να γένη, προβάλλοντες τόσα και τόσα κακά επακόλουθα οπού μέλλουν και διατρέξουν και ότι πρέπει δια όλα τα δίκαια να προτιμηθώσιν οι εντόπιοι εις εκείνα τα χώματα τα οποία τα έχουν βάψει με τόσα αίματα και οπού μέσα εις αυτά τα χωράφια είναι τόσα μνημεία και κόκαλα των εκεί εντοπίων θαμμένα…. Χρέος λοιπόν τελευταίον μας είναι να παρρησιάσωμεν προς την ιεράν Συνέλευσιν τα ολέθρια αποτελέσματα οπού μέλλει να επαφήση η απόφασις ταύτης της μετοικήσεως και διαμαρτυρούμεθα ενώπιον του Θεού και του Ελληνικού έθνους ότι είμεθα έξω από κάθε βάρος.
 
Τη 10 Ιουνίου 1823  Τριπολιτζά 
οι παραστάται της Ακαρνανίας και Αιτωλίας, 
οι ευρισκόμενοι καπεταναίοι εδώ .
Γιάννης Μπουκουβάλας, Γιαννάκης Ράγκος, Ανδρέας Γριβογιώργος, Κωνσταντής Παλάβρας, Φλώρος Γρίβας, Σπύρος Σκυλοδήμος«.  
[ Α.Ε.Π ,τ.12, σελ 96 – 97 ]  
       Ο κυριότερος υποκινητής των διαμαρτυρομένων παραστατών ήταν ο Γιαννάκης Ράγκος, που στην απελευθέρωση του Αγρινίου (11 Ιουνίου 1821) δεν έλαβε μέρος, ενώ το φθινόπωρο του 1822 πέρασε από το Αγρίνιο με τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, ως προσκυνημένος σ΄ αυτούς, για να κυριεύσουν το Μεσολόγγι.
      Μα και η ιδιαίτερη πατρίδα του Γιαννάκη Ράγκου ήταν το Σύντεκνο (Πατιόπουλο) Βάλτου και δεν είχε τρόπον τινά κάποιο συμφέρον γι΄ αυτή την περιοχή. Έχοντας όμως νοοτροπία τσιφλικά προπαρασκευαζόταν να ιδιοποιηθεί κι αυτός εθνικές γαίες στα κατώμερα, πράγμα που έλαβε μετά την απελευθέρωση στο Αιτωλικό όπου και ζούσε και πέθανε σαυτό. Απόδειξη ότι ζητάει από τον Καποδίστρια να του παραχωρηθούν στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος 2000 στρέμματα εύφορης εθνικής γης, για να την καλλιεργούν άνθρωποί του.
[Δ. Μιτάκη, Νιοχώρι, 1974, σελ. 41-43]. 
        Ανάλογη νοοτροπία είχαν και οι προαναφερόμενοι συνυπογράφοντες του Ράγκου, καθώς και οι περισσότεροι οπλαρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος, όπως: ο Γεώργιος Βαρνακιώτης, που έτεινε να καταστήσει τσιφλίκι του το Ξηρόμερο, ο Γεώργιος Τσόγκας το αυτό για τη Βόνιτσα, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Θεόδωρος Γρίβας κ.λπ, ενώ στην μετεπαναστατική εποχή τους ξεπέρασε όλους με προκλητική και βασιλική εύνοια θα έλεγα ο Γιαννάκης Γ. Στάικος ο οποίος ήταν σφόδρα αντιφερόμενος στην παραχώρηση στους Σουλιώτες εθνικής γης γύρω από το Αγρίνιο και την Αιτωλοακαρνανία γενικότερα.
      Μάλιστα, ο κατά τον Δ. Μιτάκη, ζιζανιοσπορέας Ράγκος με τη συνεργασία και του αδελφού του Πάνου Ράγκου, πληρεξούσιου βουλευτή εκείνη την περίοδο, κατάφερε να παρασύρει και τους Τζαβελαίους, εκμεταλλευόμενος την ανέχεια τους στα 1823, την απλοϊκότητα τους και κυρίως την αντίθεσή τους με τη στρατηγία του Μάρκου Μπότσαρη, ώστε να αναφερθούν, στις 10 Ιουνίου 1823, κατά των Σουλιωτών, αφού θα πουν (οι Τζαβελαίοι) ότι τους προξενεί το ζήτημα του Ζαπαντίου ντροπή και λύπη.
        «………Εφανερώσαμεν και την εντροπήν και λύπην οπού μας προξενεί το ζήτημα του Ζαπαντιού εις το όνομα των Σουλιωτών από μερικούς μή Σουλιώτας, επειδή ημείς οι καθ εαυτό Σουλιώται δεν καταδεχόμεθα ποτέ παρόμοια πράγματα, παρά μόνον πόλεμον με εχθρόν και, όταν απαλλαχθή η πατρίς μας, όλη η Ελλάς πατρίς μας είναι. Τι ανόητος πρότασις και φιλοτάραχος των μη Σουλιωτών! Επειδή οι Σουλιώται ούτε εστάθησαν ζευγίται ούτε θέλουν σταθή. Παρακαλούμεν να μας ελευθερώσετε από εδώ σήμερα. Και μένομεν με σέβας. 
 
Ιουνίου 10 Τριπολιτζά 1823 
Κίτσο Τζαβέλας, Ζυγούρης Τζαβέλας, Γιαννάκης Τζαβέλας, Κώστας Τζαβέλας και επίλοιπες φάρες μας των Σουλιωτών«. 
[Α.Ε.Π ,τ.12, σελ. 98]
          Στις 11 Ιουνίου 1823 από την Τριπολιτσά, η προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος δίνει εντολή στον Έπαρχο Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Κωνσταντίνο Ν. Μεταξά, να διερευνήσει το θέμα του οικισμού στο Ζαπάντι του Βλοχού με τους Σουλιώτες.
         «Επειδή κατά το άρθρο 109 και ημέραν του παρόντος μηνός θέσπισμα του Βολευτικού Σώματος, το χωρίον Ζαπάντι κατά το Τμήμα Βλοχού της Αιτωλίας δίδεται εις κατοικίαν των Σουλιωτών μετά του ημίσεως μέρους  της εις το ρηθέν χωρίον ανηκούσης εθνικής γης, Διατάσεσθε μετά την αφίξίν σας εις τας ρηθείσας επαρχίας να φροντίσητε την παράδοσιν του ρηθέντος χωρίου και του ημίσεως μέρους της εις αυτό ανηκούσης γης προς τους Σουλιώτας όσοι ενωμένοι εις εν σώμα εμμένουσιν εις υπεράσπισιν της Πατρίδος. Αν δε το μέρος τούτο της γης δεν εξαρκέση, θέλετε παραστήσει τούτο εγγράφως μετά του στρατηγού Μάρκου Μπότζαρη προς την Διοίκησιν, δια να δοθεί και άλλη εθνική γη εκεί πλησίον, κατά την έννοιαν του αυτού θεσπίσματος του Βουλευτικού σώματος» [Συλ. Βλαχογιάννη, Γ/7 (11)].
              Ανάλογη κοινοποίηση με την απόφαση έκανε προς τον Κωνσταντίνο Ν. Μεταξά και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ως Γραμματέας της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος και  π. πρόεδρος της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο οποίος γνωστοποιούσε το σκεπτικό της, υποδεικνύοντας του, μάλιστα, το πως να χειρισθεί την υπόθεση στο του Βλοχού Αιτωλοακαρνανίας.
            «…. ……… η εξοικονόμησις της υποθέσεως ταύτης αφήνεται εις την φρόνησίν σας, ο σκοπός της Διοικήσεως είναι ο ακόλουθος. Οι Σουλιώται είναι μάχιμοι και ενωμένοι, ημπορούν να χρησιμεύσουν πολύ εναντίον των εφόδων των Αλβανών, ………ενώ μάλιστα η Διοίκησις δεν έχει τον τρόπον να δίδει τακτικούς μισθούς των, είναι συμφέρον να την λάβουν εις την Δυτικήν Ελλάδα, δια να αντιπαρατάττωνται οι μαχιμώτεροι των Ελλήνων εις τους μαχιμωτέρους των Μωαμεθανών, τους Αλβανούς, είναι δε συμφερώτερον να κατοικήσουν το Ζαπάντι, διότι, πλησίον όντος του ποταμού Αχελώου, οι Σουλιώται θέλουν είσθαι έτοιμοι να εμποδίσουν την διάβασιν του εχθρού εντεύθεν του ποταμού, δια να μη χάσουν την γην των, ….Προλαμβάνων λοιπόν αυτάς τας ενεργείας και προδιαθέτων τα πράγματα, δεν θέλετε απαντήσει ίσως δυσκολίας μεγάλας». [Συλ. Βλαχογιάννη, Γ/7 /15].
           Ερχόμενος στην Αιτωλοακαρνανία στα μέσα του 1823 ο Έπαρχος Κωνσταντίνος Ν. Μεταξάς, βρήκε μεγάλη ακαταστασία στα πράγματα. Έρχονται από βορρά οι πασάδες: Μουσταής της Σκόντρας και ο Ομέρ Βρυώνης, το εθνικό ταμείο ήταν άδειο και κυρίως επικρατούσε πολύ διχόνοια ανάμεσα στους ντόπιους, μα και ανάμεσα στους Σουλιώτες, αλλά και μεταξύ Αιτωλοακαρνάνων και Σουλιωτών για πολλούς λόγους, καθώς και για το Ζαπάντι. Στ΄ απομνημονεύματα του ο Κωνσταντίνος Ν. Μεταξάς γράφει μεταξύ των άλλων:
         «Η Εθνοσυνέλευσις είχεν αποφασίσει να δώση εις τους Σουλιώτας το Ζαπάντι με όλας τας Τουρκικάς ιδιοκτησίας, τούτο δυσηρέστησε πολύ τους εντοπίους, οίτινες έχοντες τας αξιώσεις των δεν ηνέχοντο τους Σουλιώτας”. [Κ. Μεταξά, Απομνημονεύματα, τ. 7, σελ.78].
        Πάντως η εγκεκριμένη από το Βουλευτικό απόφαση του Εκτελεστικού να δοθεί στους Σουλιώτες εθνική γη στο Ζαπάντι, έμεινε εντελώς ανεκτέλεστη και από αντιδράσεις των γηγενών Αγρινιωτών και από έκτακτες και απρόσμενες περιστάσεις (θάνατος των: Μάρκου Μπότσαρη 9-8-1823 στο Καρπενήσι, όπως και των Ζυγούρη Τζαβέλα και Δήμου Κίτσιου στις 28-8-1823).
1824 -1825: Μεσολόγγι, Λάλα Ηλείας, Βραχώρι 
       Το επόμενο έτος 1824, αν και η  μετακόμιση των Σουλιωτών απ’ τα Επτάνησα ολοκληρώνεται και, η εποίκηση τους σ΄ ελληνικό τόπο είναι αναγκαία, οι δραστηριοποιήσεις Σουλιωτών και Διοίκησης εξακολουθούν να είναι ατελέσφορες μας αναφέρει ο Δ. Μιτάκης (Ετερεία Ναυπακτιακών Μελετών, τ. Δ΄/1989) και οι Σουλιώτες περιπλανώνται στο Μεσολόγγι αλλά κι έξω απ΄ αυτό.
         Για λόγους άγνωστους προς εμάς, το 1824 βλέπουμε τον Μαυροκορδάτο να καταφέρεται κατά των Σουλιωτών, γράφοντας προς τη Διοίκηση από το Μεσολόγγι τα εξής: «...των Σουλιωτών η διατριβή εδώ κατήντησεν ανυπόφορος και εις τους κατοίκους του Μεσολογγίου και εις την Διοίκησιν δια τα βάρη των καθημερινών εξόδων….. υπεσχέθησαν εις τους Σουλιώτες την περιοχήν του Λάλα, μισθούς αδρούς και όσα άλλα ήθελον……», ενώ για την παραχώρηση εθνικής γης, ο Μαυροκορδάτος, έπαψε να μιλά. Ωστόσο η Επιτροπή που τον διαδέχθηκε  στην Αιτωλ/νία (Γ. Πραΐδης, Τ. Μαγγίνας, Ι. Μάγερ) ζητεί να μετοικήσουν οι Σουλιώτες «εις Πελοπόννησον όπου είναι και τα σπίτια εθνικά»…[Αρχ. Μαυροκορδάτου, IV, σελ 182, 786].
 
Η επιστολή του Κίτσου Τζαβέλα προς το Εκτελεστικό Σώμα στις 5 Νοεμβρίου 1824 συνυπογραφόμενη και από τους: Τούσας Ζέρβας, Γιωργάκης Δράκος, Γιώτης Δαγκλής και Φώτος Κοσμάς [Γ.Α.Κ, Εκτελ. φ. 35].
        Στη Συνέλευση της Άμφισσας τον Απρίλιο του 1824, αναφέρεται: «Όσοι Χριστιανοί προσέλθωσιν από τα τουρκικά μέρη εις την ελευθέραν Ελλάδα να είναι δεκτοί ως αδελφοί να εργάζονται εις την εθνικήν γην ως και οι αυτόχθονες και η λέξις ξένος να λείψει μεταξύ των Ελλήνων» [Σπηλιάδη, τ. Β, σελ.54]. Πλην  όμως αυτή η απόφαση δεν εφαρμόστηκε γιατί κυριάρχησε κλίμα διχογνωμίας, όπως διαπιστώνουμε από επιστολές προς το Εκτελεστικό Σώμα, επιφανών τότε Σουλιωτών οπλαρχηγών στις 5 Νοεμ.1824, προεξάρχοντάς δε του στρατηγού Κίτσου Τζαβέλα. «….. δια να μας δοθεί η μερική Πατρίς, εγράψαμεν την ταπεινήν ημών αναφοράν, την οποίαν δια μέσου του πατριώτου μας στρατηγού Νάση Φωτομάρα επαρρησιάσαμεν προς το σεβαστόν Εκτελεστικόν Σώμα και παρακαλεστικώς εζητήσαμεν δια πατρίδα το Λάλα ως εθνικόν και όντες βέβαιοι ότι η Διοίκησις δεν θέλει μας ειπείν το όχι…….
 
Εν Σαλώνοις Τη 5 Νοεμβρίου 1824    
οι πρόθυμοι εις τας προσταγάς της 
Κίτζος Τζαβέλας, Τούσας Ζέρβας,  
Γιωργάκης Δ. Δράκος, Γιώτης Δαγκλής, Φώτο Κοσμάς«.
        Αλλά και πάλι η κυβέρνηση δε μπόρεσε να τηρήσει το λόγο της, είτε  το πιθανότερο από αντιδράσεις Ηλείων, είτε γιατί εκτιμούσαν τους Σουλιώτες αναγκαιότερους στη Στερεά Ελλάδα. Τρεις μήνες μετά, οι Σουλιώτες επανέρχονται με επιστολή τους προς τη Διοίκηση  στο θέμα της εποίκησης τους και απαιτητικά, ζητούν ξανά όλο το Ζαπάντι του Βλοχού, αλλά και μέρος του Βραχωρίου:
«Προς την Σεβ. Διοίκησιν   
       Με την ταπεινήν μας, παρρησιαζόμεθα γενικώς όλοι οι πατριώται του Σολλίου προς την Σεβ. Διοίκησιν προσφέροντας και ζητώντας θερμώς ως με την διαταγήν της, αποφασίσθημεν περί Πατρίδος, ημείς κατά την διαταγήν της ευχαριστήθημεν δια το Ζαπάντι, οπού εδιώρισεν, επειδή όμως έγινε σύγχυσης με δευτέραν διαταγήν της εδιωρίσθη το ήμισυ μόνον. Τώρα παρακαλούμεν την Σεβ. Διοίκησιν εκ τρίτου να μας διορίση  όλο το Ζαπάντι και μέρος του Βραχωρίου, επειδή και το Ζαπάντι μόνον δεν αρκεί αναλόγως εις τον αριθμόν των φαμελιών μας…. Είμεθα βέβαιοι ότι η Σεβ. Διοίκησις να μην υποφέρη περισσότερον την κατάστασιν μας, περνώντας εδώ και εκεί, αλλά να μας αποφασίση ως άνωθεν και μένομεν με όλον το ανήκον σέβας.
 
Εν Ναυπλίω τη 19 Φεβρουαρίου 1825 
οι ευπειθείς πατριώτες
Φωτο Κοσμάς, Φωτομάρας, Κώστα Μπότζαρης, Τούσας Ζέρβας, Φωτο Παναγιώτη , Νάσης Κουτζονίκας, Ναστούλης Δαγκλής«.

 

Επιστολή  στις 19-2-1825 των Σουλιωτών οπλαρχηγών: Φωτο Κοσμά, Χρ. Φωτομάρα, Κώστα Μποτσαρη, Τούσα Ζέρβα, Φωτο Παναγιώτη, Νάση Κουτσονίκα, Ναστούλη Δαγκλή, με την οποία ζητούσαν για κατοίκησή τους ολόκληρο το Ζαπάντι και μέρος του Βραχωρίου.
       Βέβαια εποικιστικά ζητήματα δεν ήταν δυνατό να συζητούνται στα σοβαρά το 1825, τόσο εξ αιτίας του εμφυλίου πολέμου (1824-1825), όσο και γιατί ξέσπασαν μαζί οι δύο εκστρατείες των Ιμπραήμ και  Κιουταχή, που απειλούσαν να καταπνίξουν την Επανάσταση. Στη Δυτική Ελλάδα ειδικότερα, όχι μόνον τα Σουλιώτικα, μα ούτε και τα  γηγενή γυναικόπαιδα μπορούσαν να κρυφτούν στις εστίες τους. Στοιβάζονταν μας αναφέρει ο Δ. Μιτάκης (ό.π.π) στις σπηλιές και τις αποκλείστρες των Ακαρνανικών βουνών (Μπούμιστος, Περγαντί, Βελούτσα), στο Μεσολόγγι, στο Αιτωλικό, στον Κάλαμο, στο Λεσίνι, στον Πεταλά, στην Οξυά και σ΄ άλλα ξερονήσια των νοτιοδυτικών ακτών της Αιτωλ/νίας.  Ενδεικτικά παραθέτουμε και τα λεγόμενα του  Νικολάου Κασουμούλη: «Οι Σουλιώται όλοι τες φαμελιές των τες είχαν άλλοι εις τον Κάλαμον και άλλοι εις τας λοιπάς νήσους. Οι Μισολολογγίται παρομοίως, παρομοίως και πολλοί Δυτικοελλαδίται”. [Ενθυμήματα Κασομούλη, τ. Β, σελ. 132].
1826 -1828: Απάθεια – Επίδαυρος 
          Ούτε το 1826 προσφερόταν το οικιστικό για συζήτηση. Ωστόσο  ένα μήνα πριν πέσει το Μεσολόγγι, έξι Σουλιώτες οπλαρχηγοί ήτοι οι: Γεωργάκης Δράκος, Γιώτης Δαγκλής, Διαμαντής Ζέρβας, Γιαννούσης Πανομάρας, Φώτο Κοσμάς, Κούστας Μάκος, στις 6 Μαρτίου 1826 υπέβαλαν στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, αίτηση, στην οποία ανέφεραν μεταξύ των άλλων τη δυστυχή περίστασή τους, που για τρία χρόνια περιφέρονταν ως σκηνίτες, λέγοντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Ιερά Συνέλευσις.
      Οι εξαετείς αγώνες, θυσίαι, κακοπάθεια και καθημερινοί μας κίνδυνοι υπέρ Πατρίδος, η τριετής υστέρησις των αδυνάτων οικογενειών μας, η χήρευσις αυτών, η πείνα, η γυμνότης, η καταφρόνησις εις ξένην γην, όλα  ταύτα είναι γνωστά εις το Έθνος και αναντίρρητα. Περιττόν λοιπόν κρίνομεν να εξηγηθώμεν περισσότερον, επειδή κοινή γνώμη και θελήσει όλων ημών των υπογεγραμμένων, αποφασίσαμεν και στέλλομεν τον παρόντα συστρατηγόν και αδελφόν μας κύριον Χριστόφορον Περραιβόν μετά του αντιστρατήγου κυρίου Ναστούλη Δαγκλή, δίδοντες αυτοίς όλην την πληρεξουσιότητα εις το να προβάλωσι τα δικαιά μας, τα οποία δεν τοις λανθάνοισιν, ως συναγωνισταί και συμπάσχοντες εις όλον αυτό το διάστημα. έχουσι δε και το αυτό δικαίωμα οι ρηθέντες πληρεξούσιοι εις την Εθνικήν Συνέλευσιν, ως εκείνοι της Χέρσου Ελλάδος». [Α.Ε.Π, τ.3, σελ. 215].
 
          Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (10-4-1826) και το επακόλουθο προσκύνημα της Ρούμελης, κάθε εδαφική διεκδίκηση οίκησης των Σουλιωτών φαίνονταν πολύ δύσκολη έως ακατόρθωτος.
      Κι όμως, όταν κίνησε τον Οκτώβριο του 1827 το θρυλικό στράτευμα υπό τον αρχιστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη για απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδος, οι Σουλιώτες έθεσαν την κατοίκηση τους ως πρώτο τους θέμα όπου σε σχετική τους επιστολή στις 14 Οκτωβρίου 1826 προς την Γ΄ των Ελλήνων Εθνική Συνέλευση υπογεγραμμένη από τους στρατηγούς: Νότη Μπότζαρη, Διαμαντή Ζέρβα, Γιωργάκη Δ. Δράκο, Λάμπρο Βέικο, Χρήστο Φωτομάρα, περιέγραφαν τα εξής:
      “….οι υποφαινόμενοι συνελθόντες εις εν και συσκεψάμενοι, εκλέξαμεν,  συμφώνως κατά τον περί εκλογής νόμον και κατά το οποίον έχομεν έγγραφον όλων των πατριωτών μας, οι οποίοι μας διορίζουν εκλεκτάς, τους στρατηγούς Κώνσταν Μπότζαρην και Κίτζον Τζαβέλαν πληρεξουσίους μας, δια να συσκεφθούν μαζί σας όσα ωφέλιμα και συμφέροντα εις την πατρίδα. κοντά εις τα γενικά τους επιφορτίσαμεν να ζητήσουν ιδιαιτέρως και τα επόμενα ζητήματα, δηλαδή:  
α.-ένα μέρος, δια να κατοικήσωμεν, 
β.-Να γενή εξοικονόμησις δια τους προδεδουλευμένους μισθούς μας, 
γ.-Να θεωρηθούν οι λογαριασμοί μας απο 1ης Μαΐου έως τέλους του τρέχοντος (Οκτωβρίου) έτους και να ευρεθή πόρος δι αυτούς, δ.-εις ποίον τρόπον έχομεν να δουλεύωμεν και εις το εξής….” .
[Α.Ε.Π ,τ. 3, σελ. 357].
 
        Αυτά, στο χρόνο που γράφηκαν 14  Οκτ. 1827, δηλαδή πριν τη μάχη της Αράχωβας 24-11- 1826, οφείλουμε να τονίσουμε ότι είναι άκαιρα και γράφηκαν μάλλον από δυσαρέσκεια και αντίδραση για την αρχιστρατηγία του Καραϊσκάκη, όταν όλη η Ρούμελη στενάζει σκλαβωμένη.
       Απόδειξη, ότι τελικά την συνυπέβαλε με άλλη αναφορά μόνος ο Κίτσος Τζαβέλας και μόλις την 24 Φεβρουαρίου 1827, δηλαδή μετά από τέσσερις μήνες και πλέον, όταν πια η Στερεά Ελλάδα ελευθερώθηκε και θριάμβευσαν τα στρατεύματα του Καραϊσκάκη στην Αράχωβα, στο Ζεμενό, στη Δόμβρενα, στο Δίστομο, στην Ελευσίνα, στον Πειραιά, υπό τον οποίον Καραϊσκάκη πρωταγωνιστούσαν νικηφόρα και οι Σουλιώτες χιλίαρχοι και στρατηγοί εκείνης της εποχής, όπως π.χ οι: Αθανάσιος Κουτσονίκας, Γεώργιος Τζαβέλας, Ναστούλης Δαγκλής, Διαμαντής Ζέρβας, Κώστας Χορμόβας, Τούσας Πανομάρας, Λάμπρος Βέικος, Γεώργιος  Μαλάμος, Νίκος Μπότζαρης, Λάμπρος Τζαβέλας, Γεώργιος Βάγιας, Αθανάσιος Δράκος, Πάσχος Κοσμάς, Κολιός Πασχούλης, Χατζημιχάλης Νταλιάνης, Νικόλαος Κάσκαρης, Ιωάννης Μπαϊρακτάρης, κ.λπ. 
Ιδού και η αναφορά του Κίτσου Τζαβέλα με ημερομηνία  24 Φεβρουαρίου 1827:
«προς την Σεβαστήν Γ΄ Εθνικήν Συνέλευσιν 
      Επιφορτισμένος από τους συμπατριώτας μου Σουλιώτας το ιερόν φορτίον της πληρεξουσιότητος, δια να συσκεφθώ μετά των λοιπών σεβαστών πληρεξουσίων όσα ωφελούν και συμφέρουν εις την πατρίδα, είμαι διωρισμένος να ζητήσω και τα ιδιαίτερα δίκαια αυτών, καθυποβάλλων συγχρόνως εις την σκέψιν της σεβαστής ταύτης Συνελέυσεως και την εγκλειομένην αναφοράν των, εις την οποίαν φαίνονται τα δίκαια ζητήματα αυτών. 
      Αν γνωρίζει η Σεβαστή Διοίκησις, ότι οι Σουλιώται απ αρχής του ιερού των Ελλήνων αγώνος δεν έπαυσαν ν΄ αγωνίζονται δια την ελευθερίαν της πατρίδος, να καταδαπανήσουν όλην των την μικράν περιουσίαν, να παραιτήσουν εις τον εχθρόν την γην εκείνην, όπου εγεννήθηκαν, δια να είναι ελεύθεροι να χύσουν το αίμα των καθ΄ εκάστην και, τέλος, να θυσιασθούν οι περισσότεροι, αν γνωρίζη, λέγω, ταύτη η Σεβαστή Συνέλευσις, ας λάβη πρόνοιαν εις την εκτέλεσιν των ζητουμένων των και ας είναι βεβαιωμένη, ότι το έθνος θέλει έχει πάντοτε τους Σουλιώτας ετοιμωτάτους υπερασπιστάς της Ελλάδος, μέχρι και αυτής της υστέρας ρανίδος του αίματός των. Μένω με το προσήκον σέβας.
 
Εν Ερμιόνη την 24 Φεβρουαρίου 1827
ο πολίτης 
Κίτζος Τζαβέλας«.
        Αναγνώσθηκαν από τη Συνέλευση, οι επιστολές των Σουλιωτών και του στρατηγού Κίτσου Τζαβέλα, μένοντας εις σκέψιν…. αναφέρουν τα Αρχεία της Εθνικής Παλιγγενεσίας, [τ. 3 σελ. 356].
        Μόλις τρεις μέρες μετά τη συμφορά του Φαλήρου (Μάχη Αναλάτου 24-4-1827) οι πληρεξούσιοι Σουλιώτες υποβάλλουν, υπό συναισθηματική φόρτιση, νέα αναφορά προς την Γ΄ Εθνική Συνέλευση την οποία και υπογράφουν στις 27-4-1827 οι: Νότης Μπότζαρης, Νίκος Τζαβέλας, Γιώργος Κίτσος και Ζώης Πάνου, στην οποία μας αναφέρουν τα εξής:
     «….εις την εσχάτως δυστυχή μάχη του Αναλάτου εφονεύθησαν πολλοί εξ αυτών και κατ΄ εξοχήν φαμιλίαι ολόκληραι σημαντικαί εξοντώθηκαν, μαχόμενοι υπέρ της  πατρίδος, παραιτηθέντες αβοήθητοι από το πλήθος των συστρατιωτών των. ….[Λάμπρος και Φώτος Βέικος, Γεώργιος Δράκος, Τούσας Μπότσαρης, Γεώργιος και Κώστας Τζαβέλας, Φώτος Φωτομάρας, Κίτσος Κοσμάς, κ.λπ]. Ήδη εχάθησαν και αυτοί, και αι χήραι των πεσόντων εις τας μάχας του Καρπενησίου, της Καλιακούδας, της Άμπλιανης, του Μεσολογγίου και των Αθηνών και αι χήραι των λεγομένων ηρώων λιμοκτονούσαν εις ξένους τόπους ενώπιον υποσχέσεων του έθνους… .».[Α.Ε.Π, τ.3, σελ. 502-3].
        Μετά από τις πιεστικές αναφορές– διαμαρτυρίες των Σουλιωτών, ορίζεται 9 μελή Επιτροπή από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση να διερευνηθεί το ζήτημα για την κατοίκηση των Σουλιωτών στην οποία Επιτροπή συμμετείχαν και οι Ξηρομερίτες πολιτικοί Γεώργιος Μαυρομμάτης (Κατούνα) και Τάτσης Μαγγίνας (Δραγαμέστο- Αστακός). [Α.Ε.Π, τ.3, σελ. 502].
         Την επομένη 27 Απριλίου 1827 η Επιτροπή φέρνει το σκεπτικό της στη Συνέλευση: «Διαταχθέντες παρά της Σεβαστής Συνελεύσεως να εύρωμεν γην εθνικήν εις κατοίκους των Σουλιωτών, εγκρίναμεν αρμοδίαν την εθνικήν γήν από την Επίδαυρον έως την Απάθειαν. Υποβάλλομεν λοιπόν την γνώμη μας εις την επίκρισιν της Σεβαστής Εθνικής Συνελεύσεως και προτείνομεν να γένη ψήφισμα προς την Αντικυβερνητικήν Επιτροπήν, δια να διορίση ανυπερθέτως επιτροπήν, η οποία να καταμετρήση την εθνικήν ταύτην γην και να εξετάση πόση είναι ικανή προς διατροφήν των οικογενειών των Σουλιωτών και να δοθή εις αυτούς με τας εξής συνθήκας:  
α.-Να νέμονται αυτήν, έως εις την ανάκτησιν της γενεθλίας των γης,  
β.-Να δίδωσιν εις το Εθνικόν Ταμείον τα νενομισμένα δέκατα, μόνον το πρώτο έτος να μη δίδωσι τίποτα, 
γ.-Αι εκχερσώσεις και φυτείαι, όσας εις το διάστημα της παροικίας των κάμωσι, κανονίζονται κατά τους καθεστώτας νόμους, 
δ.-Όσας οικοδομάς κάμωσιν, ανήκουσιν εις αυτούς και ημπορούν να διαθέσωσι περί αυτών όπως θέλωσι.
Μένομεν με το ανήκων σέβας 
 
1827  τη  27 Απριλίου εν Τροιζήνι
Γ. Μαυρομμάτης, Τάτσης Μαγγίνας, Δρόσος Μανσόλας, Π. Σκυλίτζης Ομηρίδης, Εμ. Αντωνιάδης, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, Αλεξιος Λουκόπουλος, Δ. Κανελλόπουλο«. [Α Ε.Π, τ. 3, σελ.521].

Η Επιτροπή που εγκρίθηκε από τη Συνέλευση της Τροιζήνας δια να φροντίσει τη διανομή της εθνικής γης στους Σουλιώτες στη θέση Απάθεια κοντά στην Επίδαυρο [Μέλη της Επιτροπής ήταν και οι Ξηρομερίτες: Γεώργιος Μαυρομμάτης (Κατούνα) και Τάτσης Μαγγίνας (Δραγαμέστο – Αστακός) ]

            Πραγματικά η γνωμάτευση της Επιτροπής υποβλήθηκε και διαβάστηκε στη Συνέλευση την μεθεπομένη: «Ανεγνώσθη αναφορά της περί των Σουλιωτών επιτροπής, διαλαμβάνουσα να διορισθή ετέρα επιτροπή, δια να καταμετρήση την εθνικήν γην απο την Επίδαυρον άχρι της Απαθείας και να προσδιορίση την εξαρκούσαν εις κατοίκησιν των οικογενειών, επί συμφωνία:  α.-Να νέμονται αυτήν, έως εις την ανάκτησιν της γενεθλίας των γης, β.-Να δίδωσιν εις το Εθνικόν Ταμείον τα νενομισμένα δέκατα, μόνον το πρώτο έτος να μη δίδωσι τίποτα, γ.-Αι εκχερσώσεις και φυτείαι, όσας εις το διάστημα της παροικίας των κάμωσι, κανονίζονται κατά τους καθεστώτας νόμους, δ.-Όσας οικοδομάς κάμωσιν, ανήκουσιν εις αυτούς και ημπορούν να διαθέσωσι περί αυτών όπως θέλωσι«.
          Βλέπουμε ότι επειδή η Ρούμελη ήταν τότε σκλαβωμένη, παραχωρούνταν στους Σουλιώτες, Αργολική- Πελοποννησιακή γη, από τη γνωστή μας Επίδαυρο μέχρι την Απάθεια, τοπωνύμιο κοντά στην Επίδαυρο, που, αναζητώντας το στις εγκυκλοπαίδειες, διαβάζουμε τα εξής: «Απάθεια. Θέσις  και θαυμάσιον κτήμα της οικογένειας Κουντουριώτη επί της Τροιζηνίας, που έγινε αφορμή προστριβών αυτών προς τον Καποδίστρια, λόγω της αρνήσεως των να το παραχωρήσουν προς δοκιμαστικήν σποράν της πρωτοεισαχθείσης πατάτας, παρά το ενδειδειγμένον του χώματός του”. [ΗΛΙΟΣ, τ. 3, σελ.181].
           Στην Επιτροπή που θα ξεχώριζε τα σύνορα και θα διέκρινε τα εθνικά από τα ιδιόκτητα χωράφια, οι Σουλιώτες με αναφορά τους από την Ακροκόρινθο στις  15-6-1827, που την υπέγραφαν οι οπλαρχηγοί: Χρήστος Φωτομάρας, Κίτσος Τζαβέλας, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Ιω. Μπαϊρακτάρης, Ν. Δράκος, Νικόλαος Πασχούλης, Γεώργιος Μαλάμος, Αποστόλης Κονταξής, Γιώτης Νταγκλής και Γιαννούσης Πανομάρας, ζητούσαν η Επιτροπή να πλαισιωθεί και από τους στρατηγούς: Νότη Μπότζαρη, Νικόλαο Τζαβέλα, Νικόλαο Ζέρβα και Χρήστο Φωτομάρα. [Βλαχ. Γ/7, αριθ. 96].

 

Η επιστολή των Σουλιωτών Οπλαρχηγών στις 15 Ιουνίου 1827 από την Ακροκόρινθο, υπογεγραμμένη από τους στρατηγούς: Χρήστος Φωτομάρας, Κίτσος Τζαβέλας, Γιώτης Δαγκλής, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Γιώργης Μαλάμος, Ιω. Σπ. Μπαιρακτάρης, Γιαννούσης Πανομάρας, Γιάννης Κουτσονίκας, Τούσας Πανομάρας, Αποστόλης Κονταξής, Νικόλαος Δράκος, Νικόλαος Πασχούλης.
        Ο δε τύπος εκείνης της εποχής (Γενική Εφημερίς, αριθ. 49 , 25 Ιουνίου 1827 σελ. 193 και αριθ. 50, 29 Ιουνίου 1827 σελ.197) πρόβαλε δεόντως το εποικιστικό των Σουλιωτών στην Επίδαυρο. Έτσι βλέπουμε μέσω του τύπου (εφημερίς ΓΕΝΙΚΗ) ότι ορίστηκε επιτροπή από βουλευτές να σχεδιάσουν τις οδηγίες της επιτροπής, η οποία ήθελε διορισθεί για την καταμέτρηση της εθνικής γης στην Επίδαυρο, αποτελούμενη, από τους βουλευτές: Γεώργιο Νοταρά, Γεώργιο Λέλη, Μιχαήλ Κάβα και Κ. Τζιάτζο.            Η Επιτροπή θα πήγαινε προσωπικά στην Επίδαυρο μαζί με τους πληρεξούσιους των Σουλιωτών για να καταγράψει με ακρίβεια:
       «1.-πόσος τόπος γεωργείται, 2.-πόσος ημπορεί να γεωργηθεί, 3.-πόσος εξ αυτών είναι ποτιστικό, 4.-πόσος μένει χέρσος εις βοσκήν των ζώων, 5.-Αν είναι γη πεφυτευμένη και τι είδος φυτών και την ποιότητα, 6.-πόσοι κάτοικοι ευρίσκονται και πόση είναι ιδιόκτητος γη, 7.-πόση εθνική γη καλιεργείται επ΄ αυτών.
      Αφού «καταγράψη η Επιτροπή αύτη τας ανωτέρω ευκραείς και ορεινάς θέσεις, προς κατοίκησιν συμφώνως με το πνεύμα και των πληρεξουσίων Σουλιωτών να αναφέρη εις το Σώμα της Βουλής, δια να σκεφθή και αποφασίσει ακολούθως την δικαίαν και εύλογον διανομή«, μας αναφέρει μεταξύ άλλων η εφημερίδα ΓΕΝΙΚΗ [φ. 53/ 24-8-1827].
         Ως διεκδικούμενος από τον Λάζαρο και Γεώργιο Κουντουριώτη ο τόπος αυτός (Απάθεια –Επιδαύρου), υπήρξαν σφοδρές αντιδράσεις και, η απόφαση της Εθνοσυνέλευσης για εγκατάσταση των Σουλιωτών στην Επίδαυρο, δεν είχε από την αρχή το ποθητό αποτέλεσμα, μέχρις ότου τελικά απορρίφθηκε. 
         Έπειτα από τόσες προσπάθειες, μέχρι και την καταμέτρηση της γης στην Επίδαυρο- Απάθεια, ποιος θα ήταν τόσο δύσπιστος ώστε να προβλέψει ό,τι τα πράγματα θα σταματούσαν εδώ; -Κι όμως, όπως έμειναν λόγια του αέρα και αποφάσεις στα χαρτιά για παραχωρήσεις εθνικών γαιών για κατοίκηση στο Nεόκαστρο, το Ζαπάντι ή το Βραχώρι και το Λάλα, έτσι και η υπόθεση της Επιδαύρου-Απάθειας δυστυχώς  δεν τελεσφόρησε. Σ΄ αυτό συντέλεσαν ασφαλώς κι εδώ οι αντιδράσεις των ντόπιων κατοίκων, που θα διεκδικούσαν γη εθνική και θα κωλυσιεργούσαν στο έργο της Επιτροπής και δεν θα ικανοποιούσαν έτσι τις βλέψεις και τους πόθους των Σουλιωτών, αλλά και το γεγονός ότι το εθνικό αυτό κτήμα (Απάθεια) το διεκδικούσαν οι Λάζαρος και Γεώργιος Κουντουριώτης επιφανείς πολιτικοί παράγοντες στα τεκταινόμενα εκείνης της εποχής ανά την Ελλάδα.
         Ωστόσο, τότε, συντελέστηκαν γεγονότα που διάνοιγαν άλλες προοπτικές για τους Σουλιώτες. Οι μέχρι πριν αδιάφορες στον ελληνικό αγώνα μεγάλες δυνάμεις, της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, με την από 24 Ιουνίου/ 6 Ιουλίου 1827 συνθήκη του Λονδίνου έδειξαν ενδιαφέρον να ειρηνεύσουν τα διαμαχόμενα μέρη και να δικαιώσουν κάπως κάποια ελληνικά δίκαια. Η ναυμαχία στο Ναυαρίνο στις 8 Οκτωβρίου 1827 αναζωπυρώνει και στη Ρούμελη τον αγώνα και αναπτερώνει τις ελπίδες των Σουλιωτών να κατοικήσουν σε γη της Αιτωλοακαρνανίας.
         Μάλιστα από τον Νοέμβριο του 1827 εξ στράτευσε στη Δυτική Ελλάδα στράτευμα υπό τον αρχιστράτηγο Ρίχαρντ Τσώρτσ, στο οποίο μετείχαν και Σουλιώτικα σώματα (Διαμαντής και Νικόλαος Ζέρβας, Γεώργιος Μαλάμος, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Ιω. Σπ. Μπαϊρακτάρης κ.λπ μικροκαπεταναίοι Εκατόνταρχοι και Πεντακοσίαρχοι), ενώ στις 28 Ιανουαρίου 1828 έφθασε στην Ελλάδα και ο κυβερνήτης της Ελλάδος, Ιωάννης Αντ. Καποδίστριας. 
        Παρόλα αυτά και παρά το γεγονός ότι τα υπό τον Ρίχαρντ Τσώρτσ και Δημ. Υψηλάντη ελληνικά στρατεύματα προχωρούσαν απελευθερώνοντας τη Ρούμελη, η κατάσταση ειδικότερα σ΄ αυτή υπήρξε ρευστή, όταν μάλιστα το πρωτόκολλο του Λονδίνου στις 4 /16 Νοεμβρίου 1828, έτεινε, σύμφωνα με τις επαμφοτερίζουσες προθέσεις της Αγγλίας, να περιορίσει τα  όρια του υπό σύσταση ελληνικού κράτους στην Πελοπόννησο μαζί και με τις Κυκλάδες. 
        Συνεπώς το 1828 υπήρξε έτος καρτερικής αναμονής ως προς την εποίκηση των Σουλιωτών, αν και οι σκόρπιες δώθε κείθε οικογένειές τους περνούν στην Αιτωλοακαρνανία από το νησάκι Κάλαμος (έναντι του Μύτικα) και την Κορωνησία (στον Αμβρακικό κόλπο). Μάλιστα στην Κορωνησία εκτός της φάρας των Κουτσονικαίων κατοικούσαν εκεί αρκετοί Σουλιώτες, στην οποία περιοχή κέντρωσαν και 1000 αγριελιές και, οι οποίοι Σουλιώτες, με την ανταλλαγή (Κορωνησία στην Τουρκία – Εύβοια στην Ελλάδα) κατοίκησαν μονίμως στο Αγρίνιο, στη Βόνιτσα (Νέα Καμαρίνα) και στο Ξηρόμερο (Μύτικας, Κανδήλα, Ζάβιτσα) και αλλού στην Αιτωλοακαρνανία. [Σερ. Μήτρου, Δοκίμιον Άρτης και Πρεβέζης, 1984, σελ. 203].
       Με το από 10/22 Μαρτίου 1829 νέο πρωτόκολλο του Λονδίνου προεκτείνονται ως γνωστόν τα ελληνικά σύνορα στον Παγασητικό– Αμβρακικό κόλπο και περιλαμβάνει έτσι στην ελληνική επικράτεια όλη τη Ρούμελη και στις 14 Σεπτεμβρίου 1831 υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου που τα σύνορα μεταξύ  Ελλάδος και Τουρκίας ρυθμίζονται στα όρια Παγασητικού– Άρτας.
Η συνθήκη παράδοσης και απελευθέρωσης του Μεσολογγίου στις 2 Μαΐου 1829 η οποία υπογράφεται από τον Γεώργιο Βαρνακιώτη και τοπικούς Τούρκους αξιωματούχους του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού
            Παράλληλα στη Δυτική Ελλάδα παραδόθηκαν με συνθήκη στον αρχιστράτηγο Ρίχαρντ Τσώρτς, το κάστρο της Βόνιτσας (5 Μαρτίου 1829), ο  Καρβασαράς (Αμφιλοχία) (26 Μαρτίου 1829), όπως και η απελευθέρωση από τον  Πληρεξούσιο Τοποτηρητή Αυγουστίνο Καποδίστρια του Αιτωλικού, του  κάστρου του Αντιρρίου (13 Μαρτίου 1829), του κάστρου της Ναυπάκτου (18 Απριλίου 1829), αλλά και το Αιτωλικό και τέλος και το Μεσολόγγι (3 Μαΐου 1829).  [Πληρεξ.Τοποτηρητής. φ.118 (4)]
       Η  Ναύπακτος ιδιαίτερα αυτή την εποχή δηλαδή το 1830 προσφέρεται ως μοναδική ευκαιρία για κατοίκηση – εποίκηση των Σουλιωτών, επειδή: 
1ο.-Ως άπαρτη πόλη ως το 1829 ανήκε με την περιοχή της κυρίως σε Τούρκους αξιωματούχους και αποτελεί ήδη εθνικό κτήμα.
2ο.-Οι Σουλιώτες πρωτοστάτησαν στην απελευθέρωσή της, αφού την Α΄ Χιλιαρχία τη διοικούσε ο Κίτσος Τζαβέλας. Για τους λόγους αυτούς και υπό τα μάτια του Τοποτηρητή (Αυγουστίνου Καποδίστρια) που έστησε στη Ναύπακτο την έδρα του, η εποίκηση γίνεται ντε φάκτο: 
    «Οι υπό τον Τζαβέλα Σουλιώται εις Ναύπακτον οικοιοποιηθέντες τας καλυτέρας τουρκικάς οικίας, κατέλαβον αυτάς δικαιωματικώς. Οι υπ΄ αυτόν στρατιωτικοί, συγκείμενοι το μέγα  μέρος από Ρουμελιώτας της Δυτ. Ελλάδος και οι λοιποί επαρχιώται αγανακτούντες, άρχισαν να τους αποστρέφονται δια τας φιλαυτίας των». [Απομν. Ν. Κασομούλη , τ. 3, σελ.186].
           Από τότε τα καλύτερα σπίτια των πλουσίων Μπέηδων της Ναυπάκτου και αρκετά μεγάλα αγροτικά κτήματα έμειναν ιδιοκτησίες των πιο σημαντικών Σουλιώτικων οικογενειών. Οι ντόπιοι αγωνιστές της επαρχίας Ναυπακτίας πήραν τα λιγότερα. Οι άλλοι Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στο Βραχώρι και στο Ξηρόμερο μας αναφέρει ο Γιάννης Βλαχογιάννης, με πολλά σπίτια και κτήματα κι εκεί τούρκικα.
          Και στην Ναύπακτο εγκαθίστανται οι οικογένειες Τζαβέλας, Μπότσαρης, Βέικος κ.λπ αμέσως μετά την απελευθέρωση όπου κατέλαβαν τα καλύτερα σπίτια, τα οποία και οικειοποιήθηκαν. Έτσι εξηγείται το ότι ακόμα και σήμερα τα καλύτερα σπίτια και αγροκτήματα εξακολουθούν να είναι ιδιοκτησίες των οικογενειών ή απογόνων αυτών. Οι ταλαίπωροι ντόπιοι αγωνιστές και οπλαρχηγοί των Κραβάρων έμειναν έξω από τη μοιρασιά και πολλοί λίγοι απ΄ αυτούς σπιτώθηκαν σε άθλια και υγρά παραπήγματα μας αναφέρει ο Ντίνος Μακρυγιάννης. [Η Ναυπακτία στο ΄21, σελ.168].
           Η Ναύπακτος με την Συνθήκη της 11 Απριλίου 1829 που δημοσιεύτηκε στην ΓΕΝΙΚΗ [24- Απρ. 1829 , φ.31, Δ], απελευθερώθηκε και κατοικούνταν από ντόπιους, αλλά και από Σουλιώτες. Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ζητούσε με επιστολή του στις 25-4-1829 από τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της  Δυτ. Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδίστρια, να φροντίσει ώστε η Ναύπακτος να κατοικηθεί και από παρεπιδημούσας  οικογενείας Ρουμελιωτών του Ναυπλίου. 
      «φρόντισε  ωσαύτως να ευρεθώσιν κατοικίαι δια τας εν Ναυπλίω παρεπιδημούσας Ρουμελιώτικάς και Σουλιωτικάς οικογενείας, διότι είναι αναγκαιότατον να μετακομισθώσιν αύται εις Ναύπακτον και να προσδιορισθώσιν εις άλλην χρήσιν αι ήδη παρ΄ αυτών κατεχόμεναι οικίαι του Ναυπλίου«. [Συλ. Βλαχογιάννη, Γ/7/20]
      -Αλλά πόσοι Σουλιώτες έχουν εγκατασταθεί στο Αγρίνιο από την απελευθέρωση του έως τώρα; -Από επιστολή του Αυγουστίνου Καποδίστρια στον τότε  αρχηγό των ελληνικών δυνάμεων στη Δυτική Ελλάδα, Βικέντιο Πίσσα, πληροφορούμαστε ότι συγκεντρώθηκαν περί τις 300 οικογένειες τον Ιανουάριο του 1830, οπότε παρατηρούνται και διάφορα προβλήματα στην πόλη. Τον Ιανουάριο του 1831 οι Σουλιώτες πραγματοποιούν συνέλευση στο Μεσολόγγιδια να εκλέξουν και ζητήσουν τόπο να κατοικήσουν”, οι δε  αντιπρόσωποί των στο Ναύπλιο διεκτραγωδούσαν την αθλιότητα των χηρών και ορφανών και επικαλούνταν την ευσπλαχνία της Συνέλευσης στις 7 Ιανουαρίου 1831.
          Οι εποικιστικές  αυτές κινήσεις δεν αποσκοπούσαν τόσο στο να κατοχυρώσουν νόμιμα τα στο Αγρίνιο (Βραχώρι) σπίτια, αλλά  ν΄ αποκτήσουν εκεί και  οικόπεδα κι άλλη εθνική γη. Είχαν  μάλιστα υποδείξει  τα περίχωρα στο Βραχώρι για τη νέα  πατρίδα των Σουλιωτών, αλλά και στη Βόνιτσα και το Ξηρόμερο.
        Πολλοί  από τους αρχηγούς τους είχαν αρχίσει να χτίζουν εκεί σπίτια, αλλά ο Κυβερνήτης ήταν αντίθετος σ΄ αυτού του είδους τις εγκαταστάσεις. Φοβόταν ότι οι κοινότητες  που θα σχηματίζονταν από τον ίδιο πληθυσμό θα γίνονταν επικίνδυνα σημεία (γκέτο). 
         Για τον λόγο αυτό, υποσχόμενος αρωγή σ΄ αυτούς τους εξόριστους πληθυσμούς, τους πρότεινε να χωριστούν και να ζητήσουν μεμονωμένα την κατοικία τους μέσα στον υπόλοιπο πληθυσμό. [Φρ. Τιρς. Η Ελλάδα του Καποδίστρια. μεταφρ. Α. Σπήλιου, Αθ.1972, Α258].

 

        Προφανώς ο Καποδίστριας εκτιμούσε τα πράγματα δικαιότερα και ευρύτερα, ότι  δικαιούνται να λάβουν οικόπεδα κι εθνική γη κι άστεγοι ή ακτήμονες γηγενείς και άλλοι μαζί με τους Σουλιώτες, σε επιστολή του από το Ναύπλιο στις 28-6-1831 προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Δυτικής Ελλάδος, αναφέρει μεταξύ  των άλλων  “….επειδή δε και πολλοί πάροικοι και κάτοικοι άλλων επαρχιών της Δυτ. Ελλάδος επιθυμούν να λάβωσι τόπους εις Βραχώρι, το οποίον, ως αναφέρεις, εμπορεί δια την εφορίαν του τόπου και το κεντρικώτερον ως προς την Δυτ. Ελλάδα να καταστεί προϊόντος του χρόνου μία των καλυτέρων πόλεων, προς ευκολίαν των αιτούντων σε δίδομεν την άδειαν να εκθέσης εις δημοπρασίαν, όσα μέρη της αυτής πόλεως δεν θέλουν κατέχεσθαι από τους Σουλιώτας, έχων βάσιν το υπ΄ αριθ. 1007  ιγ΄ ψήφισμα. Ακολούθως να ευρεθή και κανείς επιτήδειος αρχιτέκτων, θέλομεν τον διευθύνη, δια να διαγράψη το σχέδιον της πόλεως, ώστε να μη γίνουν αι οικοδομαί ατάκτως.” [Βλαχογιάννη/ Γ/7 (47)]
       Δυστυχώς στις 27 Σεπτεμβρίου 1831  δολοφονείται ο Ιωάννης Καποδίστριας και επακολούθησε ακυβερνησία με όλα τα παρεπόμενά της και όλα τα εποικιστικά θέματα (Θρακομακεδόνες, Κρήτες, Θεσσαλοί) έμειναν ξανά ως προθέσεις, σκέψεις και σχέδια……….  
1832 – 1834:  
      Αυτή την χρονική περίοδο επικρατεί άκρατη αναρχία και οι αντιπρόσωποι του Έθνους χωρίζονται σε πολιτικοστρατιωτικές μερίδες, την Καποδιστριακή ή Αντισυνταγματική και την Αντικαποδιστριακή ή συνταγματική. Η μία ξεκίνησε Εθνοσυνέλευση από το Άργος και συνεδρίαζε στο Ναύπλιο και η άλλη επίσης από το Ναύπλιο και πήγε στα Μέγαρα. Η πρώτη ασχολήθηκε σε δυο συνεδριάσεις  με το εποικιστικό ζήτημα των Σουλιωτών μια στις 12 και μια στις 14 Ιανουαρίου 1832 και ψήφισε:
«Ψήφισμα ΣΤ΄/ Η Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις 
……………………………………..
         Λαβούσα υπ΄όψιν την αναφοράν των πληρεξουσίων των Σουλιωτών, των κ. κ. Κίτζου Τζαβέλα και Ιω. Μπαιρακτάρη αιτουμένων να παραχωρηθή  τόπος εις κατοικίαν των πολιτών των και γη ανάλογος κατά την Ναύπακτον και Βραχώρι, και αναγνωρίζουσα τα δίκαια των γενναίων τούτων προμάχων δια τας εξ αρχής στρατιωτικάς υπηρεσίας προς την πατρίδα και τας οποίας ανέλαβεν υποχρεώσεις το Έθνος δια των ψηφισμάτων της εν Τροιζήνι Συνελεύσεως προς τους υπηρετήσαντες και υπηρετούντας στρατιωτικώς την πατρίδα..
 Ψηφίζει
Α΄.-Να δοθή τόπος εις κατοικίαν εκ των εθνικών οικοπέδων κατά την Ναύπακτον και Βραχώρι, όπου θέλουν αποκατασταθώσι. Ανώτατος δε όρος των δοθησομένων οικοπέδων, προσδιορίζεται κατά μεν την Ναύπακτον εις πήχεις τετραγωνικάς 800, κατά δε το Βραχώρι 1600.
Β΄.-Όλαι αι οικογένειαι των Σουλιωτών θέλουν λάβει τας οφειλομένας εις τους στρατιωτικούς αμοιβάς, αναλόγως του βαθμού και των προς την πατρίδα εκδουλεύσεων και θυσιών εκάστου, κατά τας οποίας έλαβεν υποχρεώσεις το Έθνος δια των ψηφισμάτων των Συνελεύσεων.
Γ΄.-Αι χήραι και τα ορφανά των υπέρ της πατρίδος πεσόντων Σουλιωτών εις τον ιερόν αγώνα έχουν τα αυτά δικαιώματα εις τας στρατιωτικάς αμοιβάς και εις την  διανομήν εθνικής γης και των δωρισθησομένων οικοπέδων.
Ε΄.-Εναποτίθεται η δύναμις εις την Κυβέρνησιν δια τας ιδιαιτέρας  περιστάσεις των Σουλιωτών τούτων να ενεργήση το παρόν ψήφισμα ταχύτερον
Εξεδόθη εν Ναυπλίω τη 14 Ιανουαρίου 1832.” 
[Γιάννη Βλαχογιάννη. 5, έγγραφο. 212]
         Το 1833, πρώτο έτος της Βαυαρικής Αντιπολίτευσης, υπόβαλαν οι Σουλιώτες δύο αναφορές για το φλέγον τους ζήτημα, μια στις 7 Μαρτίου 1833 και μια στις 5 Ιουλίου, ενώ ο Κώστας Μπότσαρης ως εκπρόσωπός τους προβήκε σε πρόσθετες έγγραφες και προφορικές ενέργειες. Ιδιαίτερη δραστηριότητα αναπτύχθηκε το επόμενο έτος, αφότου γράφηκε το “Διάταγμα περί αποκαταστάσεως Σουλιωτών από 19 Απριλίου – 1 Μαΐου 1834”, το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων:  “…………Η επί των Εσωτερικών Γραμ. της Επικρατείας θέλει φροντίσει να κατεργασθούν όσον τάχιστα, εάν έως τώρα δεν έγιναν, τα οικοδομικά σχέδια της Ναυπάκτου και Βραχωρίου να επιχειρήση τον σχηματισμόν των οποίων να προσδιορίση και να διαγράψη ευθύς των πόλεων τον τόπον δια να συστηθούν αγρονομικά κοινά δια Σουλιωτικάς αποικίας οι σκοποί μας αποβλέπουν το να δοθή εις τους αγωνισθέντας Σουλιώτας αμέσως εις τα μετ΄ολίγον συστηθησόμενα κοινά μέρος των 200.000 στρεμμάτων τα οποία διορίσθησαν δια τους υπέρ της ανεξαρτησίας  αγωνισθέντας πολεμιστάς». [Βλαχ. Γ/7/50]

 

 

 

        Κατάλογος Σουλιώτικων οικογενειών στο Αγρίνιο το 1834 στους οποίους και δώθηκαν εθνικές γαίες προς καλλιέργεια. Διακρίνονται: 1ος Πανάγιω χήρα Γιώτη Νταγκλή, 5ος Αποστόλης Πάκος υπολοχαγός, 7ος Γιαννάκης Μπάθας εκατόνταρχος, 10ος Διαμάντης Ζέρβας χιλίαρχος, 11ος Χρήστος Ζέρβας εκατόνταρχος, 12ος Νικολός Ζέρβας υπαρχηγός (Χιλίαρχος), 13ος Πανάκος Ζέρβας εκατόνταρχος, 14ος Χρήστος Διαμάντης πενήνταρχος.

 

 

 

67ος Αθαν. Ρούκης εικοσιπένταρχος, 68ος Νικόλαος Κάσκαρης πεντακοσίαρχος, 71ος Αθανάσιος Κουτσονίκας ταγματάρχης, 72ος Γιαννάκης Ναούμ εικοσιπένταρχος, 147ος Γεώργιος Τυλιγάδας στρατιώτης, 150ος Χρήστος Τσίκας Δωδέκαρχος, 154ος Γεώργιος Ρίζος εκατόνταρχος, 156ος Γεώργιος Σουλτάνας υπολοχαγός.
             Με βασιλικά διατάγματα του 1834 δια των οποίων αποκαθίστανται οι Καραγκούνηδες και Σαρακατσάνοι αλλά και λοιποί σκηνίτες στη Λεπενού, Παλιομάνινα, Ντερσοβά Βονίτσης, στον Αετό Ξηρομέρου, Γαλατά και τη Γαβρολίμνη Αιτωλίας, άρχισαν να καταγράφονται επισήμως και οι Σουλιώτικες οικογένειες στο Βραχώρι, Ναύπακτο, Μεσολόγγι και το Ξηρόμερο. [Βλαχ. Γ/ 7].
      Κατάλογος Σουλιωτών στο Αγρίνιο, Αριθ. 3859, αποτελούνταν από 157 οικογένειες και 496 άτομα, υπογεγραμμένος στις 12 Μαΐου 1834 από τον  Έπαρχο Αγρινίου, Λάμπρο Ζαβό. Αυτός ο κατάλογος υπάρχει στο αρχείο μας και είναι 18 σέλιδος, ενώ υπάρχει και άλλος κατάλογος (κι αυτός στο αρχείο μας) 5 σέλιδος με αυξ. Αριθ. 3853 αποτελούμενος από 47 οικογένειες και 115 άτομα, κατάλογοι όπου αναγράφονται το επάγγελμα τους, τα αξιώματα τους καθώς και οι χήρες και τα ορφανά. Συνολικά στο Αγρίνιο το 1834 κατοικούν περί τα 611 άτομα.
          Οι κατάλογοι αυτοί είναι σημαντικοί και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για διαφόρους μελετητές και φιλίστορες ερευνητές  αναγνώστες, αφού για πρώτη φορά παρελαύνει μπροστά μας έτσι παραστατικά αθροισμένος ο κόσμος των Σουλιωτών, που ζητά να ριζώσει σε ποτισμένα κι από το αίμα του ελεύθερα χώματα της Δυτικής  Ελλάδας. Και από τους καταλόγους των εν Βραχωρίω Σουλιωτών και Ηπειρωτών που ανέρχονται το 1834 στις 204 οικογένειες, οι Ηπειροσουλιώτες, ως άτομα, στο Αγρίνιο ξεπερνούν τους 1000 νοματαίους. 
 
         Υπήρχε ταυτόχρονα και τρίτος ηπειρωτικός οικισμός στο Μεσολόγγι, για τον οποίο ατυχώς δεν βρήκαμε ανάλογο ολοκληρωμένο κατάλογο. Και ακόμα υπήρχαν και άλλοι οικισμοί διάσπαρτοι στην Αιτωλία και Ακαρνανία, κυρίως στο Ξηρόμερο που αφορούσε τα χωριά: Ζάβιτσα, Βλυζιανά, Κατούνα, Μπαμπίνι, Μαχαλά, Αστακό, Πεντάλοφο, Κατοχή, Μύτικα, Κανδήλα, Ζαβέρδα, Βόνιτσα, Νέα Καμαρίνα, Μοναστηράκι, Δερσοβά, Πλαγιά, Περατιά.
 
        Οι εκπρόσωποι αυτών των Σουλιωτών, συγκεντρώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1834 στο Αγρίνιο και συζήτησαν ξανά μανά τα πρακτέα πάνω στο καυτό ζήτημα και υπόβαλαν τέταρτη αναφορά προς τον βασιλιά Όθωνα, αναφέροντας μεταξύ άλλων και τα εξής:
«εν Αγρινίω τη 26 Σεπτεμβρίου 1834   
      Συναθροισθέντες οι εν Αγρινίω, Ναυπάκτω, Μεσολογγίω και αλλαχού παροικούντες Σουλιώται απεκαταστήσαμεν πληρεξούσιό μας τον Συνταγματάρχην κ. Κώσταν Μπότζαρην δια την διαπραγμάτευσιν τούτου. Ημείς οι Σουλιώται δια της τετάρτης τούτης ταπεινής μας αναφερόμεθα (εκτός των άλλων αναφορών) επειδή μέχρι τούδε δεν ηξιώθημεν της ποθητής παραμυθίας, ούτε απαντήσεως των εκθέσεων και αιτήσεων μας…. 
    Διο παρακαλούμεν θερμώς και μετά δακρύων τον Τρισεβαστον ημών Μονάρχην να γενή ίλεως εις ημάς και να ευδοκήση δια να γίνη ταχέως η αποκατάστασις ημών και να αποζημιωθώμεν δια να μην απολεσθώμεν από την ένδειαν εις την οποίαν ευρισκόμεθα και γίνωμεν θύματα της φοβεράς πείνης..» [ΓΑΚ, Οθων. Εσωτ. Φ.105]. 
         Η αναφορά αυτή  υπογράφεται από επιφανείς τότε Σουλιώτες αξιωματικούς, όπως οι: 
Νικόλαος Ζέρβας, Γιώργος Μαλάμος, Πάνος Γιολδάσης, Νάσης Κουτσονίκας, Γιάννης Δούλου, Ιω. Μπαϊρακτάρης, Γιώτης Κάντζος, Νικόλαος  Κάσκαρης, Αθ. Ρούκης,  Αθ. Τζαμαλής, Δημ. Μπότζαρης, Νικόλαος Δράκος, Μήτρος Σμπόνιας, Θανάσης Πιθιφίκος, Φώτο Καραμπίνης, Λάμπρο Τζαβέλας, Λάμπρος Τζακανίκας, Τάτσης Κέντρος, Γιώργος Κουτσοδήμος, Κώστας Καραμπίνης,  Αθαν. Τζιμούλιας, Χρ. Παντούλας, Γιώργος και Γιάννης Σουλτάνας, Χρ. Τασούλης, Γιώργο Χήρας, Απ. Κονταξής, Νικολό Καραμήτζης, Νάστας Ζέρβας, Λάμπρος Πάκος, Γιάννης Μπέκας, Νάκης Μπάθας, Χρ. Διαμάντης, Κίτσιος Ρώσης κλπ. 
       Συνολικά  η αναφορά υπογράφεται από 217 ονόματα  διαβιούντων Σουλιωτών στην περιοχή πέριξ του Αγρινίου .
       Στον κατάλογο αυτό βλέπουμε  ότι λείπουν υπογραφές των:  Νότη και Κώστα Μπότσαρη (ο Νότης ήταν Σύμβουλος Επικρατείας και ο Κώστας ήταν στρατιωτικός διοικητής Αιτωλίας) και του Κίτσου Τζαβέλα, ο οποίος από τον Σεπτέμβριο του 1833 ήταν φυλακισμένος με τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα, Νικηταρά ως φίλα προσκείμενοι στον Καποδίστρια και στο Ρωσικό κόμμα, αλλά και του Διαμαντή Ζέρβα.
 

 

 

Διακρίνονται εξ αριστερών οι υπογραφές των: Νικόλαος Ζέρβας, Γιωργάκης Μαλάμος, Ιω. Σπ. Μπαιρακτάρης, Γιώργος Δούλου (Κουτσονίκας), Νικόλαος Κάσκαρης, Χρήστος Κουτσουνίκας, Γιώτης Κάντζος, Γιαννάκης Ζέρβας, Γιάννος Κανάτας, Φώτος Θέμας, Αθ. Ρούκης, Δημήτρης Μπότσαρης, Αθ. Τζαμαλής, Ναστούλης Δαγκλής, Πάνος Γιολδάσης, Νικόλαος Δράκος, Μήτρος Σμπόνιας, Αναστάσιος Μπόμπορης, Λάμπρος Τσακανίκας, Γιάννης Σούλος, Κώστας Καραμπίνης, Γιάννης Μπέκας, Απ. Κονταξής, Θανάσης Μπιθιφίκος, Χρ. Διαμάντης, Νικολός Καραμήτζης, Τάτζης Κέντρος, Γιώργος Κουτσοδήμος, Κώστας και Βασίλης Καραμπίνης,  Αθαν. Τζιμούλιας, Χρ. Παντούλας, Γιώργος και Γιάννης Σουλτάνας, Λάμπρος Αθ. Κουτσονίκας, Γρηγόρης Κουτσονίκας, Χρ. Τασούλης, Γιώργο Χήρας, Αποστόλης Πασχούλης, Νάστας Ζέρβας, Λάμπρος  Πάκος, Γιάννης Μπέκας, Νάκης Μπάθας, Χρ. Διαμάντης, Κίτσιος Ρώσης, Χρήστος Γούσης (αδελφός του Πήλιου Γούση), Νάστας και Χρήστος Ζέρβας, Κολέτσης Λυμπέρης, Λάμπρος Πάκος, Ιωάννης Τασούλης κ.λπ, 
[απόσπασμα  από τις 217 υπογραφές Ηπειροσουλιωτών στο Αγρίνιο στις 26 Σεπτεμβρίου 1834]
1835 -1838: Η  αναφορά της 26ης Σεπτεμβρίου 1834 σε σχέση με τις προγενέστερες βρίσκει ανταπόκριση και κινητοποιούνται οι υπηρεσίες της Νομαρχίας, ο Επιθεωρητής Ακαρνανίας και το αντίστοιχο υπ. Εσωτερικών. Έρχεται στο Βραχώρι ο αντιστράτηγος Ρίχαρντ Τσώρτς, όπου εξετάζεται επί τόπου και η καλή θέληση του υπουργείου Εσωτερικών. Η εξέγερση κατά του Όθωνα, των Ακαρνάνων και Σουλιωτών στις 2 Φεβρουαρίου 1836 με επικεφαλής τους Δήμο Τσέλιο, Νικόλαο Ζέρβα και Γεώργιο Μαλάμο μεταθέτει ακόμα πιο πίσω το οικιστικό των εν Αγρινίω Σουλιωτών. 
           Όμως ενώ στη Ναύπακτο οι Σουλιώτες αποκαταστάθηκαν [600 πήχεις έκαστος οικόπεδα, 1000 πήχεις για καπνοφυτείες (ΓΑΚ. Οθων. Εσωτ. Φ. 177)], στο Αγρίνιο ως τις 7 Σεπτεμβρίου του 1837 οι  Ηπειροσουλιώτες μένουν στις πολλές υποσχέσεις, όπως τούτο φαίνεται και από την παρακάτω επιστολή – αναφορά των εν Αγρινίω διαβιούντων– δημοτών Σουλιωτών.
 «Την 7/19 Σεπτεμβρίου 1837   
   Αποκατασταθέντες απάτριδες και ανέστιοι  υπέρ ελευθερίας Πατρίδος, απ΄αρχής έγιναν οι υποφαινόμενοι δημόται Αγρινίου, όπου είχον και έχουν τας φαμελίας των και όπου επιθυμούν να ζήσωσι πάντοτε διαμένοντες………
       Βλέποντες όμως σήμερον ότι αι γαίαι και τα οικόπεδα του Αγρινίου εκτίθενται εις δημοπρασίας διαφόρους και εκείνης της προικοδοτήσεως και βλέποντες ότι δι αυτούς τους πρώτους οικιστάς τους υποφαινομένους δεν θα μείνει τίποτε, παρεκτός τινός απορριμμένου και αχρήσ/του ε/ις πάντα άλλον, σπεύδουν να παρακαλέσωσι με τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς των ελεινών χηρών και ορφανών, των οποίων οι πατέρες και οι άνδρες, ποτίσαντες την γην της Ελλάδος με τα αίματά των, τους άφησαν ανεστίους, απολέσαντες και αυτήν των την Πατρίδα, να παρακαλέσωσι να επιβλέψη η πατρική ψυχή της Υ.Β Μεγαλειότητος εις τα παρόμοια δίκαιά των και ευδοκήσας να νεύση και διατάξη να μην γίνη κανενός είδους εκποίησις γαιών, οικοπέδων, φθαρτών κλπ εθνικών εις Αγρίνιον χωρίς προηγουμένως  ή συγχρόνως δεν ήθελε εκκαθαρισθή και αποδοθή εις τους υποφαινομένους πάν ό,τι είναι προ χρόνων αποφασισμένον ή προδιατεταγμένον ν΄ αποδοθή εις τους Σουλιώτας, των οποίων κάμνουν οι υποφαινόμενοι το ουσιωδέστερον μέρος.
Διαμάντης Ζέρβας, Αθ. Κουτζονίκας, Ν. Βότζαρης, Γ. Κουτζονίκας, Ιω. Σπ.Μπαιρακτάρης, Θρ. Γιώτης, Γεώργιος Νταγλής, κλπ  Σουλιώται
[ΓΑΚ , Οθων. Εσωτ. Φ. 106].
 
          Αυτή η διαμαρτυρία είχε σαν αποτέλεσμα να εκδοθεί από τον Όθωνα βασιλικό Διάταγμα δια τους Σουλιώτες του Αγρινίου στις 8/20 Νοεμβρίου 1837 στο οποίο αναφέρεται:
      “...εγκρίνομεν να παραχωρηθώσιν εις τους συνοικισθέντας εις Αγρίνιον Σουλιώτας τα εκεί εθνικά οικόπεδα, επί των οποίων οικοδόμησαν ή επιθυμούν να οικοδομήσουν, καθώς και των αμπέλων, τας οποίας καλλιεργούν, προσέτι δε και εθνικάς γαίας εις προικοδότησίν των, με τας αυτά και απαραλάκτους συμφωνίας, με τας οποία παρεχωρήθησαν κτήματα εις τους εις Ναύπακτον συνοικισθέντας Σουλιώτας, δυνάμει του από 19/31 Οκτ. 1835 αριθ. 3611 Διατάγματος…”.
          Το διάταγμα κοινοποιήθηκε προς εκτέλεση στον Διοικητή Τριχωνίας και τον Οικονομικό Επίτροπο αυτής. Ο Διοικητής της Τριχωνίδας στέλνει αναφορά στο υπ. Εσωτερικών  στην οποία περιγράφει αίτημα των Ηπειρωτών, οι οποίοι ζητούν να συμπεριληφθούν εις τα ωφελήματα του από 8/20 Νοεμβρίου 1837 Βασιλικού Διατάγματος με τους εν Αγρινίω Σουλιώτες, καθότι επί Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια οι Ηπειρώται θεωρούνταν ενωμένοι με τους Σουλιώτας και επειδή και εις τον συνοικισμό στην Ναύπακτο συμπεριλαμβάνονταν μαζί οι Ηπειρώτες και οι Σουλιώτες. 
      “….επ΄ αυτώ τω σκοπώ τολμώ να προτείνω ευσεβάστως ώστε και οι εν Αγρινίω Ηπειρώται των οποίων ο αριθμός αναβαίνει εις 120 άτομα να συμμεθέξουν εις τας ωφελείας του από 8/20 Νοεμβρίου  1837 Β. Διατάγματος και ο εκείσε συνοικισμός να  ονομασθή  “Συνοικισμός Ηπειρο-Σουλιωτών”, αναφέρει ο Διοικητής Τριχωνίας. 
[ΓΑΚ: Οθων. Εσωτ. φ. 106].
         Η επιστολή  λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν από τον υπουργό οικονομικών Γεώργιο Σπανιολάκη ο οποίος  το 1828 ήταν Φροντιστής Οικονομικών στη Δυτ. Ελλάδα και γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τα θέματα των Σουλιωτών, εισηγείται θετικά στην ονομασία Ηπειροσουλιώται Αγρινίου.
     Πράγματι ο βασιλεύς Όθων, στις 1/13 Νοεμβρίου 1838, εκδίδει νέο Βασιλικό Διάταγμα και ο συνοικισμός ονομάσθηκε Συνοικισμός των εις Αγρίνιον Ηπειροσουλιωτών.

 

Το βασιλικό Διάταγμα της 1/13 Νοεμβρίου 1838 με το οποίο ο συνοικισμός των εν Βραχωρίω Σουλιωτών, ονομάζεται Συνοικισμός των εν Αγρινίω Ηπειροσουλιωτών
1839 – 1845 – 1851: 
       Μέσα από πρωτογενείς πηγές είδαμε τις μακροχρόνιες και ατέλειωτες προσπάθειες για μόνιμη κατοίκηση των Ηπειρωσουλιωτών στην Αιτωλοακαρνανία, ενώ στις εφημερίδες δεν έφθαναν μήτε τα σχετικά διατάγματα. Όταν άρχισαν να παραχωρούνται οικόπεδα στις οικογένειες αυτών, αρχίζει το εποικιστικό ζήτημα να συζητιέται και από τον τύπο [εφημερίδες: Σωτήρ, Αιών, Αθηνά, Η Ελλάς].
      Αρχές – μέσα του 1840 – πρέπει να εγκρίθηκε με διάταγμα η μικρομοιρασιά γης που εκκρεμούσε από το καλοκαίρι του 1839 και πάντως πήραν οι περισσότεροι οι Ηπειρώτες οικόπεδα και στρέμματα γης για οπωροκηπευτικά, εσπεροειδή, καπνό, ελιές και αμπέλια.
       Στα 1841 στο Δήμο Αγρινίου ο οποίος αποτελείται από 2980 κατοίκους στο δημοτικό Συμβούλιο κυριαρχεί ισχυρό Σουλιώτικο λόμπι με πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου τον Ιωάννη Τασούλη και μέλη αυτού τους Διαμαντή Ζέρβα (χιλίαρχος) και Νικόλαο Κάσκαρη (πεντακοσίαρχος) [Συλλογή Λαδά,  044, εκλογικά]. Στη δε κεντρική πολιτική σκηνή ο Κίτσος Τζαβέλας εκλέγεται το 1843 πληρεξούσιος βουλευτής μαζί με τον Κώστα Μπότσαρη. Έτσι η πίεση των Σουλιωτών προς την πολιτεία αυτή την εποχή είναι ισχυρή τόσο σε βουλευτικό όσο και σε δημοτικό επίπεδο. 
 

 

Έγγραφο Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου: Ιω. Τασούλης πρόεδρος Δ. Σ και μέλη αυτού οι: Διαμαντής Ζέρβας και Νικόλαος Κάσκαρης (30-6-1843)
        Σε αγόρευση του ο Κίτσος Τζαβέλας στην Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 [3 Νοέμβρη 1843 – 18 Μαρτίου 1844] στις 3 Φεβρ. 1844, ως πληρεξούσιος των Σουλιωτών (ο άλλος βουλευτής ήταν ο Κώστας Μπότζαρης), αναφέρει για τα δικαιώματα των Σουλιωτών τα εξής: 
      «Οι Σουλιώται μετά την καταστροφήν της πατρίδος των μετέβησαν εις την σήμερον ελευθέραν Ελλάδα. Τι δεν έκαμαν, ελθόντες εις την Ελλάδα; Εγέμισαν τους κάμπους τα δάση από κουφάρια ηρώων (350 σκοτώθηκαν όπισθεν Ακροπόλεως Αθηνών). Ίσως με ακούουν την στιγμήν ταύτην οπού λαλώ. (140 εσκοτώθηκαν εις Νεόκαστρον εις το χωρίον Κρεμμύδι και κάμποσοι εις το φρούριον).
      Αποσιωπώ τον ήρωα Μάρκον Μπότζαρην εις το Καρπενήσι και τον Ζυγούρην Τζαβέλαν εις Καλιακούδα, των οποίων τα ένδοξα πτώματα μένουσιν εισέτι βορά των σαρκοφάγων ορνέων, και πολλούς άλλους ήρωας ενδόξως πεσόντας εις τας πολιορκίας του Μεσολογγίου, εις την μάχην των Σαλώνων και εις τόσα άλλα μέρη. 
      Ποίοι κύριοι, εκ των επαρχιών της ελευθέρας Ελλάδος επρόσφερε τόσους εις την Ελληνικήν επανάστασιν, ποία επρόσφερε τόσα γενναία θύματα εις τον βωμόν της ελληνικής αναγεννήσεως; Καμία! Δια τούτο στοχάζομαι δίκαιον ώστε η Συνέλευσις των Ελλήνων, καθώς εσεβάσθη τα δίκαια των ναυτικών νήσων, ούτω να σεβασθή, ούτω να μην αφαιρέση και τα δίκαια του Σουλίου και των άλλων επαρχιών, αίτινες είχαν παραστάτας εις τας Βουλάς. Ζητώ λοιπόν να έχωσι και εις το εξής, καθώς και πάντοτε είχαν, παραστάτας εις την Βουλήν όλοι οι έποικοι Ελληνες, η δε Συνέλευσις ας αποφασίση ό,τι  εγκρίνη ».
[εφημερίδα ΑΘΗΝΑ, 4 Μαρτίου 1844, σελ. 4, Συλλογή Βλαχογιάννη, Γ7,σελ.141]. 
        Στις 6 Αυγούστου 1844 ο Κίτσος Τζαβέλας γίνεται υπουργός των στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Κωλέτη  [6 Αυγ. 1844 – Μάρτιος 1847] και  πρωθυπουργός [Μαρτ. 1847  ως  8 Μαρτ. 1848 ] και το 1849 επί Κανάρη ξανά  υπ. Στρατιωτικών. 
       Η τύχη του εποικιστικού των Ηπειροσουλιωτών βρίσκεται πλέον σε καλά χέρια με υπουργό στρατιωτικών τον πρωτοσουλιώτη και γνωστό μας για τους αγώνες του στο εποικιστικό, Κίτσο Τζαβέλα, όπως και Σουλιώτες επίσης στο Δημοτικό Συμβούλιο Αγρινίου. 
     Έτσι το 1845 αρχίζουν να μοιράζονται οικόπεδα σε απόμαχους δικαιούχους αξιωματικούς αλλά κλπ επαγγελμάτων. Στη διανομή αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι Ηπειροσουλιώτες του Αγρινίου. 
       Σε σχετικό προς το υπ. Εσωτερικών έγγραφο του, ο τότε υπουργός των  στρατιωτικών, Κίτσος Τζαβέλας, εφιστά προς τους αρμοδίους την προσοχή του, για το σχέδιο πόλεως του Αγρινίου.
     «Διευθύνοντες επί επιστροφή τας αναφοράς της 3ης του Μηχανικού Διευθύνσεως και του Φρουραρχείου Αγρινίου, περί της υποδηλουμένης υποθέσεως, λαμβάνομεν την τιμήν να σας παρατηρήσωμεν ότι αφού λάβητε υπόψιν τα εις τας μνησθείσας αναφοράς ενδιαλαμβανόμενα να ευαρεστηθείτε να διατάξητε τον αρμόδιον υπάλληλόν σας δια να επιστήση την προσοχήν του επί του αντικειμένου τούτου και να μην συγχωρήσει την παραμικράν επί του σχεδίου της πόλεως τροποποίησιν καθόσον μάλιστα προκύπτει εκ της μετ΄επιτυχίας σχηματισθείσης πελατείς;;; και μεγάλην δια το δημόσιον ωφελείας.
Με την επιστροφήν των εγκλείστων θέλετε ευαρεστηθεί να μας κοινοποιήσετε και την επί του αντικειμένου τούτου απόφασίν σας
Αθήναι την 27 Ιανουαρίου 1845 
Ο υπουργός
Κίτσος Τζαβέλας»

 

Επιστολή στα 1845 του υπουργού Στρατιωτικών Κίτσου Τζαβέλα για το Σχέδιο πόλεως του Αγρινίου
      Για το ενδιάμεσο διάστημα από το 1845 ως 1851 δεν έχουμε σχετικά στοιχεία. Στα 1851 το πρόβλημα διανομής εθνικής γης λαμβάνει έξαρση και οι Σουλιώτες έφεραν το ατέρμονο τούτο θέμα στα βουλευτικά Σώματα, αποστέλλοντας αναφορά διαμαρτυρίας υπογεγραμμένη από αρκετούς Σουλιώτες που συνάμα είναι όλοι τους και δημότες του Δήμου Αγρινίου. [Βλαχ. Γ/7/αριθ. 145]

 

 

 

Ηπειροσουλιώτες κ.λπ δικαιούχοι οικοπέδων στο Βραχώρι το 1845: 1ος  Αθαν. αστανάς δήμαρχος, 5ος Γεω. Μαυρομμάτης έμπορος, 8ος Γούλας Φαφούτης έμπορος, 27ος Κ. Τρυγώνης έμπορος, 48ος Δήμο Τσέλιος Συνταγματάρχης, 49ος Ιω. Στάικος Συνταγματάρχης, 158ος και 201ος Αθ. Κουτσονίκας Συνταγματάρχης, 174ος Διαμαντής Ζέρβας Συνταγματάρχης, 177ος Ιω. Κουτσονίκας ταγματάρχης, 180ος Χρ. Κουτσονίκας, 184ος Νικ. Κάσκαρης ταγματάρχης, 187ος Λάμπρος Κάντζιος ταγματάρχης. 
        Στην αναφορά τους  στις  24 Μαΐου 1851, υπενθυμίζουν:
1.-την  απόφαση του Βουλευτικού Σώματος [θέσπισμα 109/ 9-6-1823] για παραχώρηση γης στους Σουλιώτες στο χωριό Ζαπάντι  
2.-Την απόφαση της Συνέλευσης στην Τροιζήνα  [συνεδρίαση 39/29-4-1827] για χορήγηση γης στην Επίδαυρο, όπου με διάταγμα του Κυβερνήτη μετρήθηκαν οι γαίες παρόντος και του μακαρίτου στρατηγού Νότη Μπότσαρη. 
     Η αναφορά υπογράφεται από τους Ν. Ζέρβα, Αθ. Κουτσονίκα, Γ.Λ. Ζέρβα, Ιω. Σπ. Μπαϊρακτάρη, Γ. Κάσκαρη, Ν. Βότσαρη, Ιω. Κουτσονίκα, Κώνστα Χήρα, Λιωνη Νταγκλή, Λάμπρο Κάντζιο, Α. Μπουκουβάλα κλπ.
[Βλαχ. Γ/7/αριθ. 145]
          Στις όποιες φιλότιμες και δίκαιες προσπάθειες των Σουλιωτών για τελεσφόρηση του εποικιστικού τους προβλήματος, εκτός των απρόβλεπτων παραγόντων (πολιτικές καταστάσεις, άλλα εξ ίσου φλέγοντα εποικιστικά όπως π.χ: Κρήτες, Θρακομακεδόνες, Σέρβοι, Θεσσαλοί, Βούλγαροι, Σαρακατσάνοι, Καραγκούνηδες) οι Σουλιώτες του Αγρινίου είχαν σφοδρές αντιδράσεις από τους ντόπιους παράγοντες. Ένας εξ αυτών των ισχυρών παραγόντων που αντιδρούσε κατά του εποικισμού των Σουλιωτών στο Βραχώρι ήταν και ο Ιωάννης Γ. Στάικος με τον συμπέθερό του Γαρδικιώτη Γρίβα. 
   Τούτο βεβαιώνεται  ποικιλοτρόπως από τον τύπο εκείνης της εποχής:«…Επί τούτοις δε προστεθείς και ο αγαθός Γερουσιαστής Νικόλαος Μαυρομάτης περιφέρονται διαβάλλοντες και κατηγορούντες τους Σουλιώτας και την Κυβέρνησιν απειλούντες. Έφθασαν εις τοιούτον σημείον βαθμόν απονείας, ώστε ο εις εκ των συμπεθέρων (Ιω. Στάικος) εθρασύνθη να αποκαλέση τον στρατηγόν Μπότσαρην ξένον. Δυστυχής Ελλάς!!! ξένοι να εξονειδίζωνται ο Μπότσαρης και οι συμπατριώται του Σουλιώται υπ΄ανθρώπων μηδέν προσενεγκόντων εις την ανασύστασιν του ατυχούς τούτου Έθνους!!!»  [εφημερίδα ΑΘΗΝΑ, 22-10-1851], [Συλ. Βλαχ. Γ7/153].
          Και συνεχίζει ο τύπος εκείνης της εποχής να αναφέρει ότι ο Γιαννάκης Στάικος έστειλε σχέδιο για σύσταση πράξης από το Επαρχιακό Συμβούλιο Τριχωνίδας, στο οποίο ανέφερε ότι «οι εθνικές γαίες στο Ζαπάντι δεν αρκούν να δοθούν στους Σουλιώτες, διότι άλλαι μεν εξεποιήθησαν, άλλαι δε εδόθησαν εις προικοδότηση και άλλαι κατέχονται υπό των πολιτών».
      Την πράξη αυτή, που αποτελούνταν από 8 σελίδες, το Επαρχιακό Συμβούλιο Τριχωνίδας με απόλυτη πλειοψηφία 8 συμβούλων την απέρριψε με αποστροφή. Η πράξη αυτή κοντά των άλλων περιείχε τα εξ αμάξης κατά των Σουλιωτών, μας αναφέρει ο Βλαχογιάννης:       «…ιδίως δε κατά του Μάρκου Μπότζαρη, Κίτσου Τζαβέλα και όλων εν γένει των διασήμων ανδρών του Σολίου. Τους αποκαλούσε κατσικοκλέφτες, μισθωτούς και ανοήτως φερθέντας κατά τας δοξάσασας αυτούς μάχας της Καλιακούδας και Κλείσοβας. Ακόμα και φυγάδες και τυχοδιώκτες ονομάτιζε τους Σουλιώτες το απορριφθέν σχέδιο πράξης του Επαρχιακού Συμβουλίου Τριχωνίδας συνταχθέν υπό του Ι. Σταίκου. 
      Μολονότι πολλαί προσπάθεια κατεβλήθησαν από τους αντιπροσώπους του Καπετάν Γιαννάκη Στάικου, ώστε να πεισθώσιν οι Σύμβουλοι δια να υπογράψωσι την τοιαύτην πράξιν, μόλα ταύτα οι 8  σύμβουλοι έμεινον ακλόνητοι και γενναίοι επί τρείς συνεδριάσεις, καθ΄ ας επαρουσιάζετο η τοιαύτη πράξις και επί τέλους απεφήνατο η απόρριψις μετ΄ αγανακτήσεως».
[Βλαχ. Γ /7/153].

 

Αναφορά  προς τη Γερουσία, του Γιαννάκη Στάικου, να μην παραχωρηθεί στους Σουλιώτες το Ζαπάντι.
        Το θέμα του εποικισμού των Σουλιωτών ο Γερουσιαστής Ιω. Στάικος το έφερε και στη Γερουσία στις 21 -12-1850  [Πρακτ. Γερουσίας, Σύνοδος 2α, περίοδος 3η, 1852, σελ. 140-143], εναντιωμένος σφόδρα  για το υπό κατάθεση σχέδιο της κυβέρνησης για παραχώρηση των γαιών στο Ζαπάντι προς συνοικισμό των Σουλιωτών, στη λογική ότι «δεν υπάρχουν εθνικές γαίες γύρω από το Ζαπάντι» και «θέλουν βλαφθή 2000 οικογένειες και θέλουν ωφεληθεί 50 μόνον…».
         Εκείνη την εποχή Γερουσιαστής υπήρξε και ο Κίτσος Τζαβέλας ο οποίος στις 12-1-1852 παρουσίασε αναφορά της Κοινότητος– Δήμου Αγρινίου υπερασπιζόμενος τα δίκαια των Σουλιωτών.
       Στις 30-11-1851 το Επαρχιακό Συμβούλιο Τριχωνίδας ζητούσε από την κυβέρνηση, με ψήφισμα του που έστειλε  στη Βουλή, στον Γερουσιαστή Ιω. Στάικο και στον Βασιλέα, με το οποίο ζητούσαν να μην δοθεί το Ζαπάντι και τα πέριξ μέρη στους Σουλιώτες, στη λογική ότι οι Αγρινιώτες δεν μπορεί «να είναι δούλοι νέων Δεσποτών (Σουλιώτες), των νέων οικιστών τούτων» [Συνταγματική, 1-1-1852].
      Επίσης την ίδια εποχή, Δεκέμβριος 1851, 51 επώνυμοι Αγρινιώτες (Γαλάνης Μεγαπάνος, Δήμος Τσέλιος, Κ. Τριγώνης, Φ. Δημητρακόπουλος, Δ. Κωνσταντίνου, Αντ. Παπάς, Κ. Βάσος κλπ, με αναφορά τους προς την Γερουσία, καταγράφουν και την άλλη άποψη από αυτή του Επαρχιακού Συμβουλίου Τριχωνίδας για τους εν Βραχωρίω Σουλιώτες, λέγοντας τα εξής:
      «… Άνθρωπος ιδιοτελής, από άλλους σκοπούς και ατομικά μίση κινούμενος ο υποστράτηγος και Γερουσιαστής Ιω. Στάικος απεφάσισεν όλαις δυνάμεσιν να εμποδίση τον εν Αγρινίω συνοικισμόν των Ηπειροσουλιωτών και εναντίον της διαθέσεως του τόπου προσπαθεί να φέρη οιαδήποτε προσκόματα……. 
     Κατ΄ εντολή δε πάλιν του Γερουσιαστού Ιω. Στάικου εγένετο πράξις του Δ.Σ Αγρινίου, δηλ. την μη ύπαρξιν εν Αγρινίω εθνικών γαιών κτλπ…. υπάρχει λοιπόν εθνική γη ανεξάρτητος και μη κατεχομένη πλέον των εξήκοντα χιλιάδων στρεμμάτων (60.000). Μ΄ όλον τούτο κύριοι Γερουσιαστές, αν ευαρεστησθε να βεβαιωθήτε περισσότερον εάν ημείς ή ο Γερουσιαστής Ιω. Σταικος ψευδόμεθα, διατάξητε καταμέτρησιν εν Αγρινίω των εντελώς ανεξαρτήτων εθνικών γαιών, και θέλετε πεισθή, ότι και πλέον των εξήκοντα χιλιάδων στρεμμάτων γης υπάρχουσιν εισέτι εθνικά.….. 
1.-Το χωρίον Καλύβια του Δήμου Αγρινίου ανήκον εις τον Αλάμπεην και όλον εκ πεδιάδος ποτιζομένης συγκείμενον, εχει έκτασιν πλέον των είκοσι  χιλιάδων στρεμμάτων γης  
2.-Το πλησιάζον εις τα Καλύβια τζεφλίκι του Μπεκίρ Τζογαδόρου, Πιπινέρι καλούμενον έχει έκτασιν πεδιάδος πλέον των 7.000 στρεμμάτων. Το μέρος τούτο κατεπλάκωσεν ο γαμπρός του Ιω. Στάικου,  Σκαλτζοδήμος  
3.-Το πλησιάζον Ρουσβάμπεη, τζεφλίκιον του Ξεήναγα, συνιστάμενον από 3.000 στρέμματα γης ποτιζόμενης, είναι όλως εθνικόν. όλον τούτο το κατεπλάκωσεν και το νέμεται, ενοικιάζων το χόρτον, ο άλλος γαμβρός του Γερουσιατού Στάικου, Γ. Βελής  
4.-το πλησιάζον με το ανωτέρω χωρίον Πλάτανος και Καρασμαήλ της Οθωμανίδος Πάσαινας, συνιστάμενον από 15.000 και επέκεινα στρεμμάτων γης ποτιζόμενης 
5.-Το χωρίον Ζαπάντιον, εις το οποίον προ της Επαναστάσεως, κατώκουν πλέον των πεντακοσίων οικογενειών, είναι ήδη έρημον ανθρώπων εντελώς και γεωργικών χειρών. Τούτο περιλαμβάνον τα εθνικά τσιφλίκια Τσέλου, Παλαιολεύκας, Τσάικα, Λυσσοχώρι, και Μπουζίκιστας, συνιστάμενον από γην κατά το πλείστον ποτιζόμενη και εύφορον, εκτάσεως πλέον των 30.000 στρεμμάτων. Ταύτας όλας ζητεί παντί σθένει να καταπλακώση ο Γερουσιαστής Ιω. Στάικος. Πολλάς δ΄ αυτών ήδη άνευ λόγου ενοικιάζει ο ίδιος εις Βλαχοποιμένας  
6.-Τα χωρία Κουκίστρα και Δοκίμι των Οθωμανών Αλάμπεη και λοιπών, συνιστάμενον από 15.000 στρέμματα γης ποτιζομένης 
7.-Η περιφέρεια της πόλεως  Αγρινίου, περιλαμβάνουσα τα εθνικάς θέσεις Λυγοράχια, Αγιον Χριστόφορον, Γκένοβαν, Καμαρούλαν, Ερμίτζα, Μαύριακα, Μπούζι, Καμαρούλα και Λαγκαδιά συνίσταται από πλέον  των 6.000 στρεμμάτων. Η γη αύτη απαρτίζεται κατά το πλείστον μέρος από γην βοσκήσιμον, εκ της οποίας την μεν Καμαρούλαν, συνισταμένην από 6.000 στέμματα κατεπλάκωσεν ο Γερουσιαστής Ιω. Στάικος άνευ λόγου.
          Ιδού λοιπόν, κύριοι Γερουσιαστές, ότι τουλάχιστον 56.000 στρεμμάτων γης εθνικής καλλιεργησίμου μεν, πλην χειρών στερουμένης, υπάρχουσιν εις μόνον τον Δήμον Αγρινίου. Ας έλθωμεν τώρα εις τον Δήμον Θέρμου, του οποίου η πεδιάς διαχωρίζεται εκείνης του Δήμου Αγρινίου δι ενός ρύακος, Ερμίτσας ονομαζομένου και θέλομεν εύρει, ότι τα χωρία Μουσταφούλι, Βροχολή, Σαμάρι, Καινούργιον, Λιγόστιανα  κτλ κέκτηνται ήδη πλέον των 10.000 στρεμμάτων γης εθνικής, καλιεργησίμου μεν, αλλά δι έλλειψιν χειρών μενούσης ακάρπου».
 
      Βλέπετε λοιπόν, κύριοι Γερουσιασταί ότι ο συνάδελφος υμών κ. Ιωάννης Στάικος δεν  εκκινήθη από την αλήθειαν, ουδέ από το συμφέρον του τόπου, αλλ΄ από ιδιοτελείς σκοπούς και μίση κατά των Ηπειροσουλιωτών, αναφέρει ο αθηναϊκός τύπος. [εφημερίδα ΑΘΗΝΑ, 21-1- 1852]. Πλην ως ισχυρότερες οι δυνάμεις της αδικίας δεν επέτρεψαν και τώρα να επιτελεσθεί  ένα εθνικό χρέος.
        Στις  4 Φεβρουαρίου 1852 ψηφίστηκε από τη Βουλή και από τη Γερουσία, σε όσους είχαν χορηγηθεί εθνικές γαίες, δυνάμει των από 19/31 Οκτωβρίου 1835 και 8/20 Νοεμβρίου 1837, [στο Αγρίνιο δώθηκαν  οικόπεδα σε 107 οικογένειες συνολικά σε 200 στρέμματα], να παραχωρηθούν δωρεάν προς καλλιέργεια– εφόσον το ζητήσουν– εθνικές γαίες, δηλαδή να κάνουν χρήση κι όχι ιδιοκτησία που ζητούσαν τόσα χρόνια οι Σουλιώτες του Αγρινίου. Τους παραχωρούσαν παράλληλα και δωρεάν ξυλεία που θα ελάμβαναν από τα παρακείμενα εθνικά δάση, για ανέγερση των οικιών τους. Και όλα τούτα, θέλει ενεργηθεί από Επιτροπή, της οποίας ο σχηματισμός και τα καθήκοντά της θέλουν κανονισθεί με Βασιλικό Διάταγμα. [Πρακτ. Βουλής, Β΄ Συνόδου, Γ΄ περίοδος, τομ. Α. σελ. 368-371]
       Η επιτροπή που εκλέχτηκε [Τάτσης Γ. Μαυρομμάτης, Γ.Κ. Βελής, Γ. Γουλιμής, Γ. Στάικος, Σ.Χ. Στεφανόπουλος] ζήτησε στις 30-1-1852, με έγγραφό της – κατά πλειοψηφία- από τη Βουλή, η υπόθεσις των εν Αγρινίω Σουλιωτών να αναβληθεί, προκειμένου η Κυβέρνηση να λάβει οριστικό μέτρο υπέρ όλων των αγωνιστών, [Κρήτες, Θεσσαλοί, Θρακομακεδόνες, Ψαριανοί, Σαρακατσάνοι, Βλάχοι, Γκαρακούνηδες] υποβάλλουσα και νόμον περί εκτελέσεως των εθνικών αποφάσεων .
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
     Επί μια ολόκληρη τριακονταετία 1822-1852 οι διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις και τα Βουλευτικά Σώματα υπόσχονται ρητά, προφορικά και έγγραφα, μοίρασμα εθνικής γης, στους Σουλιώτες της Αιτωλοακαρνανίας. Δυστυχώς επιλήσμονες των καθηκόντων τους εκπρόσωποι του ελληνικού Έθνους έδωσαν το 1852 την τελική βολή στο θέμα για δίκαια διανομή εθνικής γης.
         Το 1853  πεθαίνει πικραμένος ο προφερόμενος από τον Ιω. Στάικο ως ξένος, ένας από τους πρώτους Σουλιώτες, ο Κώστας Μπότσαρης. Ο αδελφός του, Μάρκος Μπότσαρης, είχε σκοτωθεί στις 9-8-1823 στο Κεράσοβο Καρπενησίου. Ο Νότης Μπότσαρης πέθανε στις 21-10-1841 στη Ναύπακτο. Ο Γεώργιος Κίτσος πέθανε στις 25-12-1841 στην Αθήνα. Ο Κίτσο Τζαβέλας πέθανε στις 9-3-1855. Ο μόνος πρωτοσουλιώτης, που ακόμα ζει, είναι εκείνος που το 1836 προκηρύχτηκε από τους Βαυαρούς ως προδότης [εξέγερση Ακαρνάνων και Σουλιωτών αξιωματικών κατά του Όθωνα] και με 1000 περίπου Ηπειροσουλιώτες της Αιτωλοακαρνανίας προελαύνει το 1854 νικηφόρα μέχρι το Σούλι. Είναι ο πρώτος των Ζερβαίων, Νικόλαος Ζέρβας, υπαρχηγός της εκστρατείας  στην Ήπειρο στο απελευθερωτικό κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, με αρχηγό τον στρατάρχη Θεόδωρο Γρίβα καταγόμενο ως γνωστόν από την Περατειά  της  Βόνιτσας.
      Το 1864 ο Νικόλαος Ζέρβας, βουλευτής, ζητούσε από τη Βουλή «περί συνοικισμού των τείδε κακείσε διεσπαρμένων αστέγων Σουλιωτών και παραχωρήσεως εθνικών γαιών εις αυτούς εν οιανδήποτε επαρχία του Κράτους».
Ζέρβας (στρατηγός): Κύριοι Πληρεξούσιοι! Έχω μιαν πρότασιν σχεδόν επτά μήνας δια την πατρίδα μου το Σούλι, και μέχρι της σήμερον δεν βλέπω τίποτε. Στοχαστήτε ότι όλοι επήραν 5 στρέμματα γης και οι νεοφώτιστοι, και αυτοί, οι οποίοι έχυσαν το αίμα τους από μέσα από το Σούλι, δεν έχουν μιαν σπιθαμήν γης να θαφθούν. Δια τούτο παρακαλώ την Συνέλευσιν να κάμη μίαν απόφασιν και εις αυτούς.”
Πρόεδρος: είναι μια σύστασις, την οποίαν κάμνει ο στρατηγός εις την Συνέλευσιν
Παντολέων: Όταν η Επιτροπή η επί του Αγώνος φέρη το ψήφισμα της, τότε θα εξετάσωμεν και αυτών τα δικαιώματα. Δηλαδή στις καλένδες και πάλι το ζήτημα των Ηπειροσουλιωτών του Αγρινίου.
 
        Μετά 4 χρόνια, στις 31 -12- 1868, πεθαίνει σε ηλικία 68 ετών και ο Νικόλαος Ζέρβας, δίχως κι αυτός ν΄αξιωθεί να δει πραγματοποιημένα τα όνειρα του δηλαδή τη διανομή εθνικής γης στους Σουλιώτες και την απελευθέρωση του Σουλίου. Αλλά και μετέπειτα δεν εξέλιπαν οι ψεύτικες ελπίδες, αφού συνεχώς τους έταζαν τα ίδια και τα ίδια πράγματα….
        Το 1872 στο Βραχώρι (Αγρίνιο), συγκατοικούν πάνω από  280 οικογένειες Ηπειροσουλιωτών του Αγώνα, παλαιών επίσης μα και νέων εποίκων. Ζουν όλοι τους  ειρηνικά, φιλόπονα και ευέλπιστα, μας αναφέρει η εφημερίδα ΜΕΡΙΜΝΑ. “Δια να έμβει εις τον δρόμον της αυξήσεως και βελτιώσεως το Αγρίνιον, είναι ανάγκη προ πάντων να κατασταθώσιν οι κάτοικοι και οι πάροικοι αυτού ιδιοκτήμονες. Εκτός των  ιθαγενών, ευρίσκονται εκεί με σκοπόν οριστικής εγκαταστάσεως περί τας 100 οικογενείας Σουλιωτών, υπηρετησάντων τον Αγώνα και περί τας 180 άλλων Ηπειρωτών, εξ ων μέρος υπηρέτησεν επίσης την Πατρίδα. 
      Το μέγιστον μέρος των Ηπειροσουλιωτών είναι άνθρωποι φιλόπονοι και καταγίνονται εις την επέτειον καλλιέργειαν των δημητριακών καρπών. Οι υπηρετήσαντες την πατρίδα Ηπειροσουλιώται  εξέφρασαν τας ευχάς των να εισακουσθυή η Α.Μ  την αίτησιν αυτών, την οποίαν είχον καθυποβάλλει εις την Β. Κυβέρνησιν εξαιτούμενοι να τους περιθάλψη δια της παραχωρήσεως  οικοπέδων και μέρους εθνικής γης. Είναι δε δίκαιον να καθίσταται ήδη και πολιτικώς αναγκαίον, αφού η Α.Μ  ηυδόκησε να περιθάλψη τους εν Ναυπάκτω Ηπειροσουλιώτας, να επιδαψιλεύση και εις αυτούς ανάλογον βασιλικήν χορηγίαν, λαμβανομένου υπόψιν της εκτάσεως της ερειπωμένης πόλεως, των γαιών και της ευτελείας της αξίας αυτών.
[εφημερ. Μέριμνα, 24-11-1872]

 

 

            Στον ακόλουθο δε εκλογικό κατάλογο του Δήμου Αγρινίου με ημερομηνία 5-3- 1865, διαπιστώνουμε την ειρηνική συμβίωση των Ηπειροσουλιωτών με τους γηγενείς Αγρινιώτες, Ευρυτάνες, Βαλτινούς και Ξηρομερίτες που κατέκλυζαν τότε την πόλη, εξασκώντας αμφότεροι προς βιοπορισμό ειρηνικά τα επαγγέλματα τους, όπως αυτά των:   αξιωματικού, αγωγιάτη, αμπελοφύλακα, αλιέα, αρτοποιού, αγροφύλακα, βυρσοδέψη, βιολιτζή,γραμματέα, γυμνασιάρχη, γανωτή, δάσκαλου, δασοφύλακα, δικηγόρου, δικαστικού κλητήρα, δικολάβου, γεωργού, έμπορου, εικονογράφου, ζωέμπορου, ιατρού, ιχθυοπώλη, καπνοφύτη, καπνοπώλη, καφεπώλη, καποτά, κτηματία, κρεοπώλη, κουρέα, καλιγωτή, κεραμέα, κυνηγού, μελισσουργού, μάγειρα, μεταπράτη, μυλωνά, μπακάλη, μαραγκού, μπαλωματή, ξυλέμπορου, οπλοποιού, ποιμένα, ράπτη, ρακοπώλη, σανδαλοποιού, σχολάρχη, συμβολαιογράφου, ταχυδρόμου, τελώνη, τέκτονα,  υπαλλήλου, υλοτόμου, υπηρέτη, φαρμακοποιού, φαναρά, φοιτητή, χαλκέα – σιδηρουργού, χρυσοχόου, χωροφύλακα, ψαθά.
        Στον κατάλογο αυτό του 1865 διακρίνουμε να βρίσκονται στη ζωή και να είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια του Δήμου Αγρινίου με τα αντίστοιχα επαγγέλματά τους και αρκετοί επώνυμοι Σουλιώτες, που σε προγενέστερα έγγραφα μας είδαμε να διαμαρτύρονται  προς το κράτος υπογράφοντας σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την εποίκηση τους στο Αγρίνιο, όπως οι παρακάτω :
   22ος Αποστόλης Καραμπίνης του Νάστα 50 ετών αξιωματικός, 50ος Αθανάσιος Κουτσονίκας του Αθανασίου 70 ετών συνταγματάρχης, 68ος Αναστάσιος Κομπορόζος 80 ετών κτηματίας, 76ος Αποστόλης Ροκάς του Δημητρίου 65 ετών  αξιωματικός, 177ος Γεώργιος Κουτσονίκας του Ιωάννη 57 ετών αξιωματικός, 187ος Γεώργιος Ζέρβας του Λάμπρου 70 ετών συνταγματάρχης, 188ος Γιώτης Κονταξής του Αποστόλη 55 ετών κτηματίας, 230ος Γεώργιος Κουτσονίκας του Ζυγούρη 60 ετών ταγματάρχης,  258ος Δημήτριος Έχαρχος του Ταξιάρχη 60 ετών γεωργός, 302ος Δημήτριος Γκίζας του Γεωργίου 64 ετών αξιωματικός, Δημήτριος Μπότσαρης του Μάρκου 50 ετών αντισυνταγματάρχης, 384ος Ιωάννης Κάντζος του Λάμπρου 50 ετών αξιωματικός, 394ος Ιωάννης Τασούλης του Αναστασίου 65 ετών πρόεδρος Δημ.  Συμβουλίου το 1843, 428ος  Ιωάννης Κέντρος του Κέντρου 50 ετών έμπορος, 460ος Κώστας Τριγώνης του Αθανασίου 70 ετών κτηματίας, 469ος Κων/νος Μπόκας του Αποστόλη 60 ετών αξιωματικός, 481ος Κώστας Νταγκλής του Γιώτη 50 ετών αξιωματικός, 516ος Κώνστας Βλαχόπουλος 75 ετών υποστράτηγος, 533ος Κώστας Μαλάμος του Πάνου 55 ετών αξιωματικός, 542ος Λάμπρος Κουτσονίκας του Αθανασίου 60 ετών ταγματάρχης, 550ος Λάμπρος Κάντζος του Δημητρίου 65 ετών ταγματάρχης, 578ος Νικόλαος Ζέρβας του Τζίμα 61 ετών υποστράτηγος, 582ος Νικόλαος Κάσκαρης 65 ετών αντισυνταγματάρχης, 750ος Χρήστος Κουτσονίκας του Αθανασίου 65 ετών ταγματάρχης, 754ος Χρήστος Γούναρης του  Ιωάννη 65 ετών έμπορος, 787ος Χρήστος Αδάμ  65 ετών συνταξιούχος. 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατάλογος 1084 πολιτών στα δημοτολόγια του Δήμου Αγρινίου στις 5 Μαρτίου 1865 υπογεγραμμένος από τον τότε δήμαρχο Παύλο Δημητρόπουλο του Γεωργίου (632ος), κτηματία και ηλικίας 44 ετών.
      Σήμερα στο Αγρίνιο και ευρύτερα αυτού, υπάρχουν αρκετές οικογένειες απόγονοι κατευθείαν γραμμής (κατιόντες) των τότε Ηπειροσουλιωτών αγωνιστών της εθνικής Παλιγγενεσίας (1821-1827) οι οποίοι  αναντίρρητα διακρίνονται στα γράμματα και τις τέχνες, στο εμπόριο και στην οικονομία της πόλης, μεγαλουργώντας και συμβάλλοντας τα μέγιστα  τόσο για τις οικογένειές τους  όσο  και για τον πολυποίκιλο κοινωνικό ιστό του Αγρινίου, του οποίου και είναι  από παλαιόθεν κάτοικοι και δημότες αυτού.
     Το αυτό δε ισχύει και για άλλες περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας, που και σ΄ αυτές στην κυριολεξία, ανθεί, το Ηπειροσουλιώτικο στοιχείο, με τα ήθη και έθιμα του, με την πολιτιστική του ταυτότητα και την κουλτούρα του, το οποίο Ηπειροσουλιώτικο στοιχείο αποτελεί και αυτό βασικό συστατικό του κοινωνικού γίγνεσθαι των χωριών και των κωμοπόλεων των επαρχιών: Τριχωνίδας, Ναυπακτίας, αλλά  και της Βονίτσης και Ξηρομέρου. 
        Απόγονοι Σουλιωτών στο Ξηρόμερο, κατοικούν ως επί το πλείστον στα χωριά: Βόνιτσα, Νέα Καμαρίνα, Μοναστηράκι, Αη Βασίλης (Θύριο), Ζαβέρδα (Πάλαιρος), Πλαγιά, Περατιά, Μύτικας, Κανδήλα, Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι), Κομποτή, Κατούνα, Φυτείες (Μαχαλάς), Μπαμπίνη, Βλυζιανά, Αστακός, Ρίγανη, Λεσίνι, Πεντάλοφο, Κατοχή κ.λπ.
      Απόγονος Σουλιώτικης οικογένειας (περιοχή Λάκα Σούλι) και για το οποίο νιώθει υπερήφανος, είναι και ο γράφων του παρόντος πονήματος. 
Νίκος Θεοδ. Μήτσης
Αρχοντοχώρι (Ζάβιτσα) Ξηρομέρου

http://xiromeronews.blogspot.com

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα.

Αφήστε ένα σχόλιο

comments

Recent Posts

Start typing and press Enter to search