ΑΝΑΠΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΘΕΣ

Ο μπάρμα-Μένιος και η Κύρα-Λενιώ,μια παλιά φωτογραφία,μια συγκλονιστική ιστορία ζωής!

%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%821
Τα χρόνια ταραγμένα, οι άνθρωποι μπερδεμένοι, οι εθνικές συνειδήσεις στο χώρο των Βαλκανίων ρευστές. Έτσι ρευστό και το ανθρώπινο πλήθος το στρίμωχνε η ιστορία πότε από δω και πότε από κει. Μέσα στο πλήθος και κάτω από τις προσταγές τις ιστορίας η φαμίλια του μπαρμπα-Μένιου βρέθηκε πολλές φορές ξεριζωμένη. Όμως τώρα έφτασε και πάλι στα χώματα, όπου Θεός και ιστορία όρισαν να ριζώσει.

Λίγο γιατί η μνήμη ασθένησε, λίγο γιατί ο χρόνος λείανε τα γεγονότα, η ιστορία σιγά-σιγά στα χείλη του μπαρμπα-Μένιου έγινε παραμύθι. Σήμερα το μόνο που έχει απομείνει είναι κάποια ακούσματα και λίγες φωτογραφίες. Να, όπως σ’ αυτή τη φωτογραφία που ο μπαρμπα-Μένιος, λίγο πριν δύσει, στήθηκε με τη γυναίκα του, την κυρα-Λενιώ, μπροστά στο κουτί για να αποθανατιστεί το πέρασμά τους από τη ζωή. Οι ρυτίδες στο πρόσωπό του σαν τους δρόμους που αναγκάστηκε να διαβεί. Και το δασύ μουστάκι του σήμα της λεβεντιάς του που στη ζωή πολλές φορές αναγκάστηκε να δείξει. Με τα χέρια του – γερά κόκαλα δουλεμένα σκληρά – κλωθογυρίζει το κομπολόι, όπως άλλωστε όλοι οι πρεσβύτεροι, και σε κάθε χτύπημα της χάντρας προσπαθεί να ανασύρει από τη μνήμη του κομμάτια από τη ζωή του. Η φορεσιά λιτή, χωρίς περιττά εξαρτήματα, με εξαίρεση μόνο το μαντιλάκι στην τσέπη του σακακιού – που μπήκε για την περίσταση και για να μαρτυράει πως η αισθητική και η νοικοκυροσύνη ήταν τρόπος ζωής.

Η κυρα-Λενιώ με τα χέρια σταυρωτά (και το δεξί πάνω στο αριστερό, όπως είναι το ΄΄πρέπον΄΄, για να φαίνεται η βέρα) στάθηκε και αυτή μπροστά στο φακό με βλέμμα που φανερώνει την άγνοιά της για τη σύλληψη του στιγμιαίου χρόνου. Εξάλλου όλα τα χρόνια έκανε το ΄΄πρέπον΄΄ με υπομονή και υπακοή, όπως άλλωστε όλες οι γυναίκες της εποχής. Το πρόσωπό της το ίδιο κουρασμένο και γεμάτο ρυτίδες, αλλά ήρεμο και γαλήνιο. Σεμνή, με επίγνωση της θέσης της στην κοινωνία και στο πλευρό του άντρα της. Μαυροντυμένη, γιατί είδε πολλούς δικούς της να χάνονται μέσα στα ταραγμένα χρόνια. Η φορεσιά της προσεγμένη και με κομμάτι από βελούδο στην άκρη των μανικιών. Κρατά στο χέρι άσπρο μαντίλι και έχει το τσεμπέρι λυτό, γιατί ξέρει πως αυτό που γίνεται είναι γιορτινό. Εξάλλου έτσι έκανε κάθε μαυροντυμένη, όταν επρόκειτο να συμμετάσχει σε γιορτή. Όπως και όταν ευχόταν σε νύφη και γαμπρό τη μέρα του γάμου τους και έπρεπε να ρίξει στο κεφάλι της ένα κομμάτι άσπρου υφάσματος.

Το υφαντό που με μεράκι η κυρα-Λενιώ ύφανε στα νεανικά της χρόνια με μάλλινες κλωστές κρεμάστηκε για φόντο, ώστε να τονιστεί το γεγονός.
%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%832
Στα μάτια του μπαρμπα-Μένιου είναι ζωντανή η εικόνα της εγκατάστασης μετά την έλευσή του στην Τζουμαγιά. Αυτό έγινε γύρω στα 1920. Όλα είχαν ρημάξει πίσω τους, μια πολιτεία των 8000 κατοίκων είχε καταστραφεί συθέμελα από τις κακές βουλήσεις των γειτόνων της. Όμως αναστήθηκε από την αρχή με αρκετές ξύλινες και ελάχιστες πλίθινες κατασκευές. Κτίστηκε μια νέα πολιτεία με αγορά στο κέντρο της, εκκλησία, σχολείο, δημαρχείο και σπίτια.

Κόσμος πολύς κυκλοφορούσε στην αγορά με τους χωμάτινους δρόμους. Μερικοί καλοντυμένοι, που μαρτυρούσαν πως ακόμα και εδώ, ανάμεσα στις παράγκες και τη σκονισμένη ατμόσφαιρα, κυκλοφορούσε η μόδα. Ανάμεσα στα μαγαζιά, τα πολλά δέντρα και τη σκόνη πλήθος παιδιών ξεσήκωναν τον κόσμο. Το ντύσιμό τους μαρτυρούσε την καταγωγή τους, το οικονομικό και μορφωτικό τους επίπεδο. Άλλα παιδιά ντυμένα με μεταποιημένα ρούχα, άλλα – τουρκόπουλα που ακόμα δεν έφυγαν από τη γη της Μακεδονίας – με το φέσι και τα σαλβάρια, οι μαθητές όλοι με το καπέλο.

Η οικογένεια του μπαρμπα-Μένιου γρήγορα άπλωσε ρίζες. Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε: Το πρόσταγμα του ιερού Ευαγγελίου, επέβαλε πολυπληθέστατη την οικογένεια. Η οργάνωση στη βάση της πατριαρχικής δομής. Στη μέση ο παππούς και η γιαγιά, αριστερά οι άντρες που είναι οι γιοι τους και δεξιά οι νύφες με τα μωρά στις αγκαλιές τους. Στο πίσω μέρος όρθιες με τις λευκές φορεσιές οι ανύπαντρες κόρες της οικογένειας.

%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%833

Οι άνδρες φορούν τις επίσημες ενδυμασίες εκείνης της εποχής. Φορούν υφαντά πουκάμισα και γιλέκα και για παντελόνια έχουν τα γνωστά σαλβάρια. Στη μέση τους έχουν τυλιγμένο το ζωνάρι και στα κεφάλια τους φορούν τραγιάσκες, εκτός από τον παππού που επιμένει στο σαρίκι. Την τραγιάσκα άρχιζαν να τη βάζουν από την εφηβική ηλικία, γι’ αυτό και το μεγαλύτερο από τα παιδιά που είναι καθισμένα μπροστά-μπροστά την έχει κιόλας στο κεφάλι του.

Οι γυναίκες φορούν και αυτές τις επίσημες ενδυμασίες τους, ολόσωμα φαρδιά φορέματα, συνήθως σκουρόχρωμα οι παντρεμένες και λευκά οι ελεύθερες. Τις κεντημένες στον αργαλειό ποδιές τους εκείνη τη εποχή δεν τις φορούσαν μόνο στην κουζίνα, αλλά και έξω από το σπίτι. Τα παπούτσια τους, φτιαγμένα από χοιρινό δέρμα, είναι έργο των αντρών του σπιτιού, ενώ μαντίλια (τσεμπέρια) καλύπτουν τα κεφάλια τους. Με τον ίδιο τρόπο είναι ντυμένα και τα μικρά κοριτσάκια.

Όλες οι γυναίκες φαίνονται γερασμένες, δηλαδή μεγαλύτερες από την ηλικία τους, γιατί εκείνη την εποχή οι γυναίκες έκαναν όχι μόνο όλες τις δουλειές του σπιτιού, αλλά συμμετείχαν και σε όλες τις γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες.

Εκείνα τα χρόνια (πριν από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και λίγο μετά) τα αγόρια της οικογένειας, ακόμη και όταν παντρεύονταν, συνέχιζαν να ζουν στο σπίτι του πατέρα τους ή έκτιζαν ένα καινούργιο σπίτι στην ίδια αυλή. Δούλευαν όλοι μαζί και τα οικονομικά τα διαχειριζόταν ο πατέρας τους. Η μητέρα-πεθερά είχε την επόμενη θέση στην ιεραρχία της οικογένειας. Οι νύφες βρίσκονταν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της και η θέση τους πολλές φορές ήταν χειρότερη και από αυτή της υπηρέτριας.
%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%835
Μια νύφη χαρακτηριζόταν χρυσοχέρα – και άρα απόλυτα αποδεκτή – ανάλογα με το πόσο καλά ήξερε να δουλεύει στον αργαλειό. Ο αργαλειός, ξύλινο εργαλείο όπου περνούσαν πολλές ώρες οι γυναίκες, μια και σχεδόν ό,τι ύφασμα χρησιμοποιούσαν ήταν υφαντό, υπήρχε σε κάθε σπίτι. Τα κορίτσια από πολύ μικρά μάθαιναν να υφαίνουν τα προικιά τους. Τα σχέδια, τα χρώματα και η πυκνότητα του υφαντού μαρτυρούσε το μεράκι, τη νοικοκυροσύνη και την εργατικότητα της καθεμιάς. Με αυτό το εργαλείο οι υφάντρες ύφαιναν υφάσματα, χοντρά κλινοσκεπάσματα, τάπητες (κιλίμια), ταγάρια (σακίδια) και άλλα πολύχρωμα είδη οικιακής χρήσης και εξαιρετικής λαϊκής τέχνης. Οι αργαλειοί αποτελούνταν από τέσσερις στύλους. Επάνω τους περιστρέφονταν τα «αντιά», οι ξύλινοι άξονες, στους οποίους τυλιγόταν το ύφασμα. Το ένα «αντί» βρισκόταν μπροστά στο

στήθος της υφάντρας και το άλλο κάτω, στα πόδια της. Στο πρώτο ήταν τυλιγμένες μακριές κλωστές, τα στημόνια (δηλ. τα χοντρά νήματα), που απλώνονταν και τυλίγονταν στον άλλο άξονα (το δεύτερο «αντί» του ποδιού), αφού πρώτα περνούσαν από τα «μιτάρια» και τα χτένια (ξύλινα μακρουλά δόντια), ανάλογα με το σχέδιο που ακολουθούσε η υφάντρα πατώντας τις δύο «πατήθρες» (στο κάτω «αντί»). Ανάμεσα στις κλωστές η υφάντρα περνούσε το «υφάδι» (δηλ. την κλωστή, άλλοτε μάλλινη και άλλοτε βαμβακερή) με τη σαΐτα που κρατούσε στο χέρι και ύστερα πίεζε με το χτένι, για να σφίξει το πανί. Έτσι συνδυάζοντας τις κινήσεις (χεριών και ποδιών) κατόρθωνε να φτάσει στην τελική φάση της ύφανσης.

Μετά τη δεκαετία του 1960 οι αργαλειοί άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπονται και τη θέση των υφαντών πήραν τα βιομηχανικά υφάσματα. Σήμερα ο αργαλειός έγινε μουσειακό είδος και η γνώση και το μεράκι χάθηκαν.

Το βαμβάκι και το μαλλί για τον αργαλειό το έγνεθαν οι γυναίκες, γριές και νέες μαζεμένες στις γειτονιές, στα τσικρίκια. Αφού γινόταν η κλωστή, τη μάζευαν ξανά με το τσικρίκι σε μασούρια, τα μασούρια τα περνούσαν σε σαΐτα και κατόπιν ύφαιναν στον αργαλειό βελέντζες, χαλιά, κουβέρτες, ρούχα κ.λ.π. Στις συναντήσεις αυτές η ώρα περνούσε ευχάριστα, γιατί γριές και νέες έλεγαν τα χωρατά τους και τραγουδούσαν όλες μαζί τα τοπικά τους τραγούδια. Συχνά στη διαδικασία αυτή συμμετείχαν πολλά παιδιά και κυρίως κορίτσια, καθώς μάθαιναν από μικρή ηλικία τις δουλειές του νοικοκυριού.
%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%836
Παρά τις δυσκολίες της ζωής οι άνθρωποι πάντα έβρισκαν ευκαιρίες για γλέντια και ξεφαντώματα. Αρκεί μια στιγμή χαλάρωσης και των Ελλήνων οι κοινότητες δίνουν χρώμα και ζωντάνια στο χρόνο. Τότε βέβαια αυτό το δημόσιο ξεφάντωμα ήταν προνόμιο μόνο των ανδρών. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη φωτογραφία με άντρες από το σόι του μπαρμπα-Μένιου αρκετά χρόνια αργότερα, στην εποχή που το γραμμόφωνο ήταν στις δόξες του. Μια και η διάθεση για ξεφάντωμα υπήρχε, αρκούσε ένα μπουκάλι μπύρας και ένα γραμμόφωνο. Πολλές φορές και με μόνο το μεράκι τραγουδούσαν και χόρευαν. Έτσι λιτά, χωρίς μουσικά όργανα και πολυτέλειες. Τα ρούχα που φορούν είναι απλά. Πουκάμισο, γιλέκο και παντελόνι με μπότες ή παπούτσια. Επηρεασμένα από το ανατολικό στυλ. Ένας από τους άντρες φορά διαφορετικά ρούχα από τους υπόλοιπους. Πιθανόν είναι αστυνομικός ή κάποιος αξιωματούχος του χωριού. Τα παιδιά φορούν ψαράδικα ρούχα, τα οποία είναι χρήσιμα και το καλοκαίρι και το χειμώνα, σε συνδυασμό με μακριές μάλλινες κάλτσες.
%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%837
Τα χρόνια περνούσαν, οι απαιτήσεις των ανθρώπων σιγά-σιγά όλο και αυξάνονταν. Η γη αδυνατούσε να τους χορτάσει ψωμί. Έτσι πολλοί από την φαμελιά του μπαρμπα-Μένιου, που είχε στο μεταξύ αυγατίσει, άρχισαν να προβληματίζονται για το πως θα καλύψουν τις ανάγκες τους. Η αναζήτηση καλύτερης τύχης σε άλλα μέρη ήταν πλέον συχνό φαινόμενο. Άλλοι με ένα πανέρι, άλλοι με μια βαλίτσα και ορισμένοι με ένα μπόγο στον ώμο ή παραμάσχαλα έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς. Ντυμένοι με χοντρά ζεστά ρούχα, ταλαιπωρημένοι από τη σκληρή δουλειά, φορώντας ακόμη και τσαρούχια, χωρίς ένα χαμόγελο τη στιγμή του αποχαιρετισμού της πατρώας γης, έπαιρναν το μονοπάτι που για πολλούς δεν είχε γυρισμό. Το μόνο παρήγορο η ελπίδα για κάτι καλύτερο.

Μια φωτογραφία με φόντο κάποια μεγάλα δέντρα ή ακόμη και τα δικά τους χωράφια που τα αποχωρίζονται με σκληρή καρδιά. Όλοι μαζί ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι, το οποίο για αυτούς δεν αποτελεί ταξίδι χαράς αλλά ταξίδι λύπης. Είναι λυπημένοι, καθώς η βιοπάλη τους έχει αναγκάσει να πάρουν αθέλητα σκληρές αποφάσεις.

Οι μέρες ήρθαν και στοιβάχτηκαν η μια πάνω στην άλλη, βαρύνοντας με πολλά χρόνια τους ώμους του μπαρμπα-Μένιου. Ο Κύριος, που καιρό τώρα έχει αναπαύσει την κυρα-Λενιώ, κάλεσε σε τόπο χλοερό, σε τόπο αναψύξεως το γέροντα Μένιο για ανάπαυση. Πολλά τα παρακλάδια και οι παραφυάδες που άφηνε πίσω του. Μαζί του πήρε τις εμπειρίες, τις γεύσεις που η ζωή θέλοντας και μη σε αναγκάζει να δοκιμάσεις. Θρηνώντας και μαυροφορεμένοι αποχαιρετούσαν οι συγγενείς τον μπαρμπα-Μένιο, ξέροντας ότι μαζί του φεύγει και ένα κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου. Έτσι αποθανάτισαν τη στιγμή του αποχαιρετισμού, μήπως και περισώσουν κάτι. Μερικά κεριά δίπλα στον τάφο, ένα λιτό φέρετρο χωρίς πολυτέλειες, κάτασπρο νεκροσέντονο, θλίψη και περισυλλογή: Οι τελευταίες πινελιές της εγκόσμιας εικόνας του μπαρμπα-Μένιου. Λιτή ζωή, λιτός θάνατος.

Τα χρόνια πέρασαν, οι εξελίξεις κύλησαν και από τότε συνέχεια καταφθάνουν όλο και περισσότερο ραγδαίες. Οι οικογένειες διασπάστηκαν σε μικρότερες. Το ντύσιμο, στη δίνη κι αυτό των ραγδαίων εξελίξεων, άρχισε να χάνει την αρχική του μορφή. Ο καθένας από τα παρακλάδια της γενιάς του μπαρμπα-Μένιου πάλευε να τα καταφέρει καλύτερα μόνος του. Βέβαια η αλληλεγγύη και η συνεργασία ήταν έντονα αναπτυγμένες, γιατί ο σπόρος των νουθεσιών του μπαρμπα – Μένιου έπεσε βαθιά και ρίζωσε γερά. Παρέα έβγαζαν τα ζωντανά για βοσκή στο λιβάδι, που ήταν μόλις λίγα μέτρα από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Η γκλίτσα, το δισάκι με το ψωμοτύρι και το νερό και η καλή συντροφιά ήταν αρκετά από το πρωί μέχρι λίγο πριν δύσει ο ήλιος.

Το μεσημέρι ξαπόσταιναν άνθρωποι και ζωντανά κάτω από τα δέντρα, δίπλα στο μεγάλο ποτάμι που διέσχιζε το λιβάδι. Η περιοχή λεγόταν ‘τσάι’, γιατί φύτρωνε χαμομήλι που το χειμώνα αντικαθιστούσε το τσάι. Εκεί σύμφωνα με όσα λένε γινόταν μεγάλα γλέντια. Και όχι μόνο.

Να, όπως στη φωτογραφία που απεικονίζονται έξι άνθρωποι να κολυμπούν στο κανάλι, στην περιοχή «τσάι» το 1960. Για τους ανθρώπους του ’60 το κολύμπι στο κανάλι, παρά τις απρόβλεπτες και συχνά δυσάρεστες συνέπειες, ήταν μια καθημερινή απόλαυση, ήταν ένα χόμπι για να ξεφύγουν από την καθημερινή τους ρουτίνα. Προτιμούσαν να πηγαίνουν παρέα και είναι πιθανόν ότι εκεί που πήγαιναν δεν κολυμπούσαν μόνο, αλλά και μαγείρευαν πρόχειρα για να φάνε. Τους βλέπουμε να φοράνε πολύ πρόχειρα ρούχα. Έβαζαν ένα σορτσάκι και ήταν έτοιμοι για κολύμπι στο κανάλι. Στην εικόνα βλέπουμε έξι

%ce%ba%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%cf%80%ce%b9

ανθρώπους που είναι άντρες και αγόρια. Προφανώς δεν ήταν σεμνό ή απαγορευόταν σε μια γυναίκα να πάει να κολυμπήσει στο κανάλι. Άλλωστε η γυναίκα βρισκόταν αρκετά χαμηλά στην ιεραρχία της καθαρά πατριαρχικής δομής της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Οι άνθρωποι φαίνεται να χαίρονται και να ευχαριστιούνται πολύ το κολύμπι τους στο κανάλι. Βλέπουμε ένα μικρό παιδάκι να είναι σκαρφαλωμένο στην πλάτη ενός μεγαλύτερου παιδιού και οι δυο άντρες να κρατούν τα πόδια του.
Το άρθρο αποτελεί μέρος της εργασίας του κ. Ασλανίδη Κων/νο, διευθυντή του Γυμνασίου Ηράκλειας,και μαθητών!

Αφήστε ένα σχόλιο

comments

Comment here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.