ΕΠΙΚΑΙΡΌΤΗΤΑ-ΔΙΑΦΟΡΑΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Η πρώτη μέρα του πολέμου 1940-41 μέσα από τα μάτια του γηραιότερου Έλληνα δημοσιογράφου

%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%bf
Έζησε σαν κινηματογραφική ταινία τις μεγαλύτερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, έχοντας συμμετοχή σε ένα σημαντικό και ευαίσθητο κομμάτι αυτής, χωρίς ποτέ ωστόσο να ξεχνά να υποστηρίζει σε κάθε συζήτησή του πως είναι ένας δημοσιογράφος και όχι συγγραφέας παρά τα αμέτρητα βιβλία που έχει γράψει…

Ο λόγος για τον Λάζαρο Αρσενίου, ο οποίος βαδίζει σταθερά και με ξεκάθαρο μυαλό, στα 102 έτη, γεννημένος το 1915 στην Καλαμπάκα Τρικάλων.

Την ημέρα του πολέμου

Ως έφεδρος ανθυπολοχαγός πεζικού στρατεύθηκα, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τον Αύγουστο 1940 και έλαβα μέρος στη Μάχη της Πίνδου. Τραυματίστηκα, προσθέτει, με διαμπερές τραύμα στα μαλακά του λάρυγγα στην Αλβανία και μετά από άδεια επανήλθα στο Κεντρικό Μέτωπο και έλαβα μέρος στην Απόκρουση της Εαρινής Επίθεσης του Μουσολίνι. Πιο αναλυτικά, ο ίδιος μας λέει, απαντώντας στο ερώτημα, πού βρισκόταν την πρώτη ημέρα του πολέμου με τους Ιταλούς το 1940, τα εξής:

«Βρισκόμουν από τις 26 Οκτωβρίου 1940 στο Αμύνταιο, ως ανθυπολοχαγός, διοικητής διμοιρίας του ΙΙ τάγματος του 52ου Συντάγματος Λαρίσης. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου ακούμε τα κανόνια. Ήρθαν και πήραν από το Αμύνταιο όλο το Τάγμα με προορισμό την Καστοριά. Στο χωριό Βασιλειάδα της Καστοριάς και υπό τους ήχους των κανονιών, γυναίκες χωρίς κανένα φόβο και με χαμόγελα, μας κερνούσαν τσίπουρο και γλυκό του κουταλιού ευχόμενες καλή νίκη. Στη συνέχεια, υπό δυνατή βροχή και αφού βαδίζαμε όλη τη νύχτα μέσα στη λάσπη, φτάσαμε στο Νεστόριο, προς τα ξημερώματα οι πρώτοι και την άλλη μέρα το μεσημέρι, οι δεύτεροι? Συνεχίσαμε την πορεία μας, μέσα σε ρέματα και πλαγιές και καταλήξαμε στο Επταχώρι, με τη διμοιρία μου όπου τοποθετήθηκα ως προστασία της Ι Μεραρχίας. Εκεί πήραμε και το βάπτισμα του πυρός καθώς η Ι Μεραρχία έκανε και την πρώτη επίθεση κατά των Ιταλών».

Οι γυναίκες της Πίνδου

Ιδιαίτερη αναφορά ο Λάζαρος Αρσενίου κάνει, μετά από σχετική ερώτηση, για τις γυναίκες της Πίνδου.
Στο Επταχώρι, όπως γράφω και στο βιβλίο μου, «Η νίκη της Ελλάδας το 1940-41 στον πόλεμο με την Ιταλία», τονίζει κατηγορηματικά, «γυναίκες περιποιούνται τραυματισμένους, άλλες ζυμώνουν μέρα νύχτα στον στρατιωτικό φούρνο που εγκαταστάθηκε κατόπιν στο χωριό, και τροφοδοτεί τον τομέα Πίνδου – Γράμμου, άλλες μαγειρεύουν ή εκτελούν ποικίλες εργασίες, απαραίτητες για τα τμήματα που μάχονται. Τις εργασίες αυτές έπρεπε να τις εκτελούν στρατιώτες. Αλλά με την εξέλιξη στο Κεντρικό Μέτωπο στάλθηκαν όλοι τους στην πρώτη γραμμή. Η παραμέληση της Πίνδου από την ηγεσία δημιούργησε και επ’ αυτού κενό, αλλά το κάλυψαν οι γυναίκες. Και μετέχουν έτσι και οι γυναίκες στη νίκη της Πίνδου». Εικοσιπέντε χρόνια περίπου αφού τελείωσε ο πόλεμος και είχα στη διάθεσή μου αυτοκίνητο επισκέφθηκα την περιοχή και τις πήρα συνέντευξη, συνομίλησα μαζί τους, προσθέτει με συγκίνηση. Οι γυναίκες είχαν να αφηγηθούν πολλά. Δυστυχώς δεν χωρούσαν όλα εδώ ενώ δεν έγινε προσπάθεια για να καταγραφούν και να μαθαίνουν όλοι την συμμετοχή των γυναικών της Πίνδου στον πόλεμο. Παρακάτω παρουσιάζω κάποιες αφηγήσεις γυναικών, διαβάζοντάς τες από το παραπάνω βιβλίο μου:

«Η Κατερίνη Κωστάρα, 40 χρονών τότε, γυναίκα του προέδρου αφηγήθηκε:
– Εκεί που ήμασταν κρυμμένες στο δάσος με τα παιδιά, μας ειδοποιούν να γυρίσουμε στο χωριό. Ήρθε, μας είπαν, ο στρατός μας και χρειάζεται να τον βοηθήσουμε. Πήραμε όλες θάρρος και γυρίσαμε. Όταν, κατόπιν, μας είπαν ότι η βοήθεια είναι να μεταφέρουμε πυρομαχικά, πήγαμε πρόθυμα όλες οι γυναίκες.

Η Γλυκερία Ευαγγέλου προσθέτει:
– Στην μεταφορά πήγαν μόνο οι γερές γυναίκες, 20 μέχρι 40 χρονών. Αλλά αυτές είχαν μικρά παιδιά. Άλλη τρία, άλλη τέσσερα. Εγώ είχα πέντε και το μεγαλύτερο μόλις οχτώ χρονών. Τα παρατήσαμε, όμως, και πήγαμε στην μεταφορά. Μένοντας τα παιδιά μας μόνα τους έβαλαν τα κλάματα. Οι κρότοι από τις οβίδες και τα πολυβόλα, από την μάχη που γινόταν πάνω από το χωριό, τα φόβισε περισσότερο. Σφίξαμε, όμως, όλες την καρδιά μας. Παρατήσαμε τα παιδιά μας στον φόβο και στο κλάμα και πήγαμε να βοηθήσουμε τα άλλα τα παιδιά. Αυτά που πολεμούσαν. Δεν τα ξέραμε, αλλά ήταν κι αυτά παιδιά δικά μας.

Η Βαγγελή Ντινολάζου, 34 χρονών τότε, με 5 παιδιά, γυναίκα του αγροφύλακα, μας είπε:
-Τα κασάκια με τα πυρομαχικά τα δέναμε ζαλίκα στην πλάτη. Δέκα, δεπαπέντε φορτωμένες γυναίκες σχηματίζαμε ομάδα και ξεκινούσαμε η μία πίσω από την άλλη, όπως οι στρατιώτες».
ΠΗΓΗ: Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Αφήστε ένα σχόλιο

comments

Comment here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.