Οι γυναίκες του Αρχοντοχωρίου (Ζάβιτσας) στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου

0
141

Μικρές ιστορίες μνήμης

Οι γυναίκες του Αρχοντοχωρίου (Ζάβιτσας) στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου

spyros_mitsisΤου Σπύρου Θ. Μήτση,
Δάσκαλος-Ερευνητής

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ – ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ

«Ω, εσύ, γυναίκα, οπτασία λησμονημένη…
Μικρή παιδούλα, μάνα, κόρη αυριανή…
Μέσα στα σπλάχνα σου βογγούνε οι σκοτωμένοι!
Μενέλαος Λουντέμης1

Μετά από χρόνια επίπονης και «βασανιστικής» ανίχνευσης της περιόδου 1940-1948 στο κεντρικό Ξηρόμερο, θεωρώ ότι είναι χρέος μου «η συμβολή στην ανάδειξη της ιστορικότητας των αφανών γυναικών»2 του Αρχοντοχωρίου Ξηρομέρου Αιτ/νίας. Των γυναικών που αντίκρισαν το θάνατο, εκτελέστηκαν, φυλακίσθηκαν και βασανίσθηκαν τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και του αδελφοκτόνου εμφυλίου. Η ανάδειξη των βιωματικών τους ιστοριών, εκτιμώ ότι θα συμβάλει σε ένα βαθμό στη συμπλήρωση της τοπικής μας ιστορίας, αλλά και στον «εκδημοκρατισμό»3 της κοινωνίας μας…

Α: ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

«Από το 1936 με τη δικτατορία του Μεταξά και εν συνεχεία με τον πόλεμο του 1940 και την Κατοχή που ακολούθησε, άρχισε για τις Ελληνίδες μια δύσκολη εποχή. Σε αυτήν την εποχή έδειξαν δράση κι αγωνιστικότητα σε τομείς που απαιτούσαν οι καιροί. Οι γυναίκες…. έστρεψαν τη δραστηριότητά τους σε ενέργειες αντιφασιστικές- αντιπολεμικές»4

Πράγματι, στις δύσκολες συνθήκες που διαμορφώνονταν στα χρόνια της Κατοχής, η ανταπόκριση των γυναικών του Αρχοντοχωρίου στους σκοπούς και τους στόχους του ΕΑΜικού κινήματος ήταν συγκινητική. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Αρχοντοχωρίου οι γυναίκες πήραν μαζικά μέρος στους αγώνες του και στο Εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Επιτροπής Αλληλεγγύης του ΕΑΜ Αρχοντοχωρίου, γυναίκες όλων των ηλικιών, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, βοηθούσαν στη συγκέντρωση λαδιού, σιταριού, κρέατος, μάλλινων ρούχων, και άλλων προϊόντων και υλικών και τα διένειμαν στους μάχιμους πατριώτες και στις φτωχές οικογένειες.

Στις υπό Κατοχή και Αντίστασης συνθήκες ξεχωριστή ήταν η πατριωτική προσφορά των μεγάλων γυναικών του χωριού, όπως της: Μαρίας Νικολέ-Λιάκα (Γοβιά), Καλλιόπης Λιοντάκη, Νώνταινας Μουχάνη, μάνας του Ζώη Χολή, Αναστασίας Κελεπούρη-Κολοβού, Μαρίας Σαλτού, Χρήσταινας Σαλτού, Μίχαινας Γαλούνη, γυναίκας του δασκάλου της αντίστασης Π. Ανδρεάδη, Μαρίας Μπανιά, Μαρίας Ρούπα, Γιώργαινας Λιάκα, Ζωής Λιάκα, Γιαννούλας Δρακά, Φώταινας Λάσκαρη, Θεοδώρας Λιάκα, Στάθαινας Λιοπύρη-«Κτσούρα», Δήμητρας Σκαρογιάννη, Λίαινας Σιδερά, … κ. ά.

Το χτίσιμο της ΕΠΟΝ και οι γυναίκες του Αρχοντοχωρίου

Την άνοιξη του 1943, ύστερα από εισήγηση του εκ Κανδήλας δασκάλου του χωριού και υπεύθυνου των «Αετόπουλων Βάλτου», Ιωάννη Φλώρου – «Γαϊτα», γεννήθηκε η ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου. Έδρα της οργάνωσης ορίστηκε το σπίτι του Απόστολου Φράγκου (μέλος του Λαϊκού Δικαστηρίου Αρχοντοχωρίου) και μέλη αυτής οι δεκάδες νέοι του χωριού. (…) Η δράση της κινούνταν στα πλαίσια των σκοπών της οργάνωσης: εθνική απελευθέρωση, υπεράσπιση των μορφωτικών και εκπολιτιστικών δικαιωμάτων και επιδιώξεων …κ.ά..

Μετά τη Α΄ Συνδιάσκεψη της ΕΠΟΝ της Δυτικής Στερεάς, η Αχτιδική Επιτροπή Ξηρομέρου όρισε υπεύθυνη της ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου τη Βαγγελιώ Πεταλιά (συζ. Ν. Παλ.), την κόρη της Μαρίας Χρ. Σαλτού και του Επαμεινώνδα-Πάνου Πεταλιά. Κατά τη μαρτυρία του αείμνηστου Νικ. Παν. Λ..ρη, «η Βαγγελιώ Π. Πεταλιά και η κόρη του πρόσφυγα δασκάλου στο Σχολείο της Αντίστασης, Ειρήνη Ανδρεάδη, έπαιρναν καθημερινά την ντουντούκα της οργάνωσης και γυρνούσαν όλες τις γειτονιές του χωριού. Με τα λόγια: «Πατριώτες συγχωριανοί! Όλοι στον αγώνα! Μη δίνετε ούτε στιγμή ανάπαυσης στους εισβολείς! Χτυπάτε αλύπητα ξένους και ντόπιους φασίστες! Η νίκη είναι δική μας»…. καλούσαν τους/τις χωριανούς/ές σε αγωνιστική-πατριωτική δράση…

Τα ίδια μηνύματα τα διέδιδαν με την ντουντούκα, από τη θέση «κοτρωνάκια της Παναγίας» ή από τις αυλές των εκκλησιών και οι: Παναγιώτης Μιχ. ΓαλούνηςΔημ. Ι. Μπανιάς, και Δημ. Βασιλ. Δρακάς (Υψηλάντης)».

Οι ΕΠΟΝίτισσες του Αρχοντοχωρίου

Συνεχίζοντας τις θύμησες από τα σκληρά παιδικά του χρόνια, ο Νικ. Λ., προσθέτει στα λεγόμενά του πως «Το νεανικό αυτόνομο κίνημα που αναπτύχθηκε στο Αρχοντοχώρι είχε αγγίξει τη συντριπτική πλειονότητα των νέων ανδρών και γυναικών. Η νεανική αυτή οργάνωση στη γέννησή της χαρακτηρίζονταν από ποικιλία, ως προς τις πολιτικές της επιλογές και την καταγωγή, καλύπτοντας ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα, από τη Δεξιά και το φιλελεύθερο Κέντρο ως την αριστερά. (το ίδιο έγινε και με την οργάνωση του ΕΑΜ).

Τα νέα κορίτσια που συμμετείχαν στην ΕΠΟΝ ήταν οι:

Υπαπαντή Δρακά, Λαμπρινή Δρακά, Σκαρογιάννη Δήμητρα, Βίλμα Καπότη, Ιωάννα Καρφή, Ευρυδίκη Ρούπα, Αθανασία Μπανιά-Γαλούνη, Θεοδώρα Μπανιά- Μωραίτη ,Αγγελική Μπανιά -Ρετούλη, Ουρανία Μπανιά-Μπακαδήμα, Σοφία Μπανιά-Βασιλάκη (οι πέντε κόρες του Γιώργου και της Ευφροσύνης Λιοντάκη-Μπανιά), Σταυρούλα Γεωργίου Κρικώνη (σύζ. Ν. Λ), Ελένη Αντ. Λιάκα, Γεωργία-Γίτσα Αντ. Λιάκα (αδερφές του Φουρτούνα), Κων/να Θεοδ. Λιάκα (ξαδέρφη του Φουρτούνα), Ευαγγελία Λιάκα, Καλομοίρα Ι. Μπανιά, και Αλεξάνδρα-Τσάντα Ι. Μπανιά-Γαλούνη (κόρες του Γιάννη Μπανιά και αδερφές του καπετάν Πελεκούδα), Όλγα Ευσταθίου Λιοπύρη, Κούλα Ρούπα, Δρακά Π. Γιανούλα (Μπαλώσου Δ.), Ντάγλα Ι. Λέτα (Ντζουροπάνου Θ.), Γαρμπή Φωτεινή, Γαρμπή Γιαννούλα (Μιχ. Σιδερά), Λόπη Λιοντάκη-Νικολέ, Φρούδω Λιοντάκη, Βελισαρία Λιοντάκη-Τριάντη (αδερφές του Νίκου και Σπύρου Λιοντάκη-Τσακνή), Ευφροσύνη Χάντρα (Γερογεώργου), Παπαναστ. Σ. Δημητρούλα (Πεταλιά Φ.), Πιτσινέλη Ανδρέα Κων/να (Σιδερά Ιωάννη)*, Καλλιμάνη Φ. Αθανασία (Καϋμενάκη Θωμά), Α. Ν. Δ, Κονδύλω Καλλιμάνη (Γαρμπή Θωμά), Σκέντου Δ. Ανθούλα (Κρίθημου Αθαν.), Λώλου Β. Σταυρούλα (Κρίθημου Γερ.), Σκέντου Αναστ. Ευδοκία (Μήτση Αλεξάνδρου), Πιτσινέλη Β. Δήμητρα (Χαντζαρά Δημ.), Δρακά Σπ. Χρυσούλα, Γαρμπή Τασούλα (Φωτ. Δρακά), Καϋμενάκη Ι. Κλεάνθη (Λάσκαρη Δημ.), Ντάγλα Χρ. Ελένη (Πεταλιά Θ.), Χαντζαρά Σπ. Αλεξάνδρα (Πιτσινέλη Φ.), Μαυρέτα Μπανιά, Ελένη Λιοπύρη, Βαγγελιώ και Αλεξάνδρα Πεταλιά, …………… κι άλλες γυναίκες του χωριού, στάθηκαν ισότιμα πλάι στους άνδρες, όταν οι καιροί το απαιτούσαν.

Η Κόκκινη γυναίκα, η Μαρία Σαλτού-Πεταλιά

Η Μαρία Σαλτού-Πεταλιά ήταν αδελφή του ήρωα του Μικρασιατικού πολέμου και πρώτου κομμουνιστή του Αρχοντοχωρίου Μήτσου Χρ. Σαλτού. Παντρεύτηκε τον Επαμεινώνδα-Πάνο Πεταλιά και απέκτησαν δύο κόρες, τη Βαγγελιώ (συζ. Ν. Παλιογιάννη) και την Αλεξάνδρα. Πήρε μέρος στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος. Το Μάρτη του 1943 υπό την καθοδήγηση των δασκάλων Ιωάννη Φλώρου και Ανδρ. Ανδρεάδη, πρωταγωνίστησε σε όλες τις δραστηριότητες του ΕΑΜ και της Πολιτιστικής Λέσχης του Αρχοντοχωρίου… Οι απλοί άνθρωποι του Αρχοντοχωρίου τη θυμούνται σαν την κόκκινη γυναίκα που προσπαθούσε να στηρίξει το ηθικό των κατατρεγμένων αγωνιστών, να τους βοηθήσει για να σταθούν υπερήφανοι και αξιόμαχοι …

Η Μαρία Σαλτού-Πεταλιά, μαζί με τις κόρες της Αλεξάνδρα και Βεγγελιώ, βοηθούσε και στις δραστηριότητες που ανέπτυσσε το ΕΑΜ στο κατώγι του σπιτιού τους (παλιό αρχοντικό του Ζ. Γιαννέλη…5), όπως φερειπείν στη λειτουργία των γραφείων… και του τηλεφωνείου του ΕΑΜ.

Η Επονίτισσα Δρακά Υπαπαντή

Η Υπαπαντή Βασιλ. Δρακά, εντάχθηκε μαζί με όλα τα αδέρφια της στο αντιστασιακό κίνημα του Αρχοντοχωρίου. Η Υπαπαντή ανέπτυξε πλούσια δράση στην ΕΠΟΝ και ιδιαίτερα στον τομέα της Αλληλεγγύης. Ως μέλος της ΕΠΟΝ επισκέπτονταν νοικοκυραίους του χωριού (μυλωνάδες, ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων, εμπόρους, γαιοκτήμονες, …) και συγκέντρωνε τρόφιμα και ρούχα για τους αντάρτες και τις φτωχές οικογένειες του χωριού και της περιοχής….

Η Επονίτισσα Δρακά Λαμπρινή

Η Υπαπαντή και η Λαμπρινή ήταν αδερφές του Μήτσου, του Φώτη, του Παναή, του Νίκου και του Θανασούλα Δρακά. Η Λαμπρινή υπήρξε δραστήριο μέλος της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής. Στα πλαίσια της αλληλεγγύης «αλώνιζε» το χωριό και το Ξηρόμερο και μάζευε τρόφιμα και ρούχα για τους αντάρτες και τις ανήμπορες οικογένειες… Αποτέλεσμα αυτών των πράξεών της ήταν να συλληφθεί τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου από τις Μονάδες Αποκατάστασης Υπαίθρου και να βασανιστεί απάνθρωπα….

Β: ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ

Το θανατηφόρο χτύπημα της νεαρής Ευρυδίκης Ρούπα, από Γερμανικά πυρά

Απρίλης μήνας, Μεγάλη Παρασκευή του 1943, οι Γερμανοί μπαίνουν στην ανταρτομάνα Ζάβιτσα με άγριες διαθέσεις.… Οι καμπάνες του Αη-Σπυρίδωνα μεταδίδουν το σήμα κινδύνου ασταμάτητα, και οι κάτοικοι τρέχουν για να κρυφτούν στις γύρω σπηλιές και βουνοκορφές… Κανείς δεν θέλει να πέσει σε χέρια Γερμανού.

Μαζί με τους δεκάδες Αρχοντοχωρίτες τρέχει για να κρυφτεί και η 17/χρονη Ευρυδίκη Ρούπα, η αδερφή του αντιστασιακού Γιάννου Ρούπα. Μα δεν προλαβαίνει να απομακρυνθεί, γιατί μία σφαίρα γερμανικού πολυβόλου τη ρίχνει κατάχαμα (στη θέση «βωρός του Μουχάνη»). Τραυματίζεται βαριά στο πρόσωπο! Τα γιατροσόφια και οι «γιατροί» δεν της κάνουν καλό και μετά από λίγες μέρες πεθαίνει!

Η Ευρυδίκη Ρούπα, είναι η πρώτη νεκρή γυναίκα Αρχοντοχωρίτισσα από Γερμανικό βόλι!

Οι Γερμανοί εκτελούν την Αναστασία Κολοβού

Η αγρότισσα Αναστασία Κολοβού ή Χαραλάμπαινα, το γένος Κελεπούρη, ήταν η μάνα του κομμουνιστή και Πολιτικού Επιτρόπου του ΕΑΜ Αρχοντοχωρίου, Πάνου Κολοβού ή καπετάν Σπίθα. Οι προφορικές μαρτυρίες σοφών γερόντων υποστηρίζουν πως η Αναστασία Κελεπούρη-Κολοβού:

  • Ήταν δραστήριο μέλος του αντιστασιακού κινήματος.
  • Συμμετείχε στην Εθνική Αλληλεγγύη Αρχοντοχωρίου και μέσα από αυτή προωθούσε ένα σημαντικό πατριωτικό έργο (…).
  • Υπήρξε σύνδεσμος της αντιστασιακής οργάνωσης με συγγενείς της από τον Αετό.
  • Συνελήφθη από τους Γερμανούς και το χωροφύλακα Πατούχα, το Πάσχα του 1943, και πως κατά την αποχώρησή τους την πήραν αιχμάλωτη μαζί με τους ομήρους Ι. Κακούρη και Γιώργο Λ. ….

Σύμφωνα με την ιστορική μαρτυρία-προφορική αφήγηση του Σωκρ. Δημ. Μήτση «Οι Γερμανοί μετά την ήττα τους στην Αμφιλοχία και το Περγαντί, αλλά και το σαμποτάζ στο Κρυονέρι, Ιούλιος-Αύγουστος του 1944, αγρίεψαν πολύ. Εξαπέλυσαν άγριο κυνηγητό σε όλα τα ανταρτοκρατούμενα χωριά. Σκοπός τους ήταν να πάρουν πίσω τον οπλισμό τους, αλλά και να εκδικηθούν όσους αντάρτες πήραν μέρος στις μάχες. Στο δρόμο τους έκαιγαν χωριά, εκτελούσαν αντιστασιακούς και συλλάμβαναν κάθε άνθρωπο που θεωρούσαν ύποπτο.

Τον Ιούλιο του 1944, λίγους μήνες πριν αποχωρήσουν από την Ελλάδα (Σεπτέμβρη -Οκτώβρη ΄44), οι Γερμανοί επισκέφτηκαν για άλλη μια φορά τα χωριά του Ξηρομέρου. Κατά τις 15 Ιουλίου 1944, αφού έκαψαν το χωριό Πέρσεβο-Κομπωτή, κίνησαν για το Αρχοντοχώρι. Γνώριζαν πολύ καλά πως οι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ, Στάθης Λιάκας, Ανάστος Λιοπύρης, Πάνος Κολοβός, Επαμεινώνδας Μπανιάς… με τους αντάρτες τους Νίκο Λιοντάκη, Νίκο Καβούνο, Γιώργο Λιάκα, Νάσο Κατσούλα, Πάνο Κολλιά, Γιώργο Μπανιά,…. κ.ά. είχαν ενεργή συμμετοχή στην οδυνηρή τους ήττα, στη μάχη της Αμφιλοχίας.

Όταν οι χωριανοί έμαθαν πως οι Γερμανοί είχαν ήδη φτάσει στο «Μέγα Δέντρο», οι περισσότεροι τρέξανε να κρυφτούνε, άλλοι στις σπηλιές του Μπούμιστου, και άλλοι στις κρυψώνες του Μέγα όρους. Ο γερο-Π. Γερογιώργος, δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Στην προσπάθειά του να τρέξει προς το βουνό έπαθε ανακοπή καρδιάς!

Κατά το μεσημέρι εγκαταστάθηκε στο κέντρο του χωριού, στο παλιό σχολείο, ένα απόσπασμα Γερμανών αποτελούμενο από 30 βαριά οπλισμένους άνδρες. Για να αλώσει γρήγορα την ανταρτομάνα Ζάβιτσα χωρίστηκε σε μικρότερες ομάδες, οι οποίες και σκορπίστηκαν γρήγορα στις γειτονιές του χωριού. Για αρκετή ώρα ακούγονταν, από το «Μαυροβούνι» ως τον «Άη-Δημήτρη», οι συνεχείς και ανεξέλεγκτες ριπές των Γερμανών. Αγριεμένοι καθώς ήταν, σκορπούσαν το φόβο και τον τρόμο παντού. Άνοιγαν σπίτια, απειλούσαν και τρομοκρατούσαν γυναίκες, παιδιά και γέροντες, έβαζαν φωτιές σε σπίτια και σε καλύβια.…»

Στην αφηγηματική του μαρτυρία, ο Δημητράκης Χαρ. Κολοβός, αναφέρει πως «όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό, στο σπίτι μας βρίσκονταν με ολιγοήμερη άδεια ο αδερφός μου ο Πάνος ή καπετάν Σπίθας (λοχαγός του ΕΛΑΣ στο 3/40 Σύνταγμα Άρτας). Κείνη την ώρα η μάνα μου ζεμάτιζε στο καζάνι τα αντάρτικα ρούχα του. Πανικόβλητη καθώς ήταν από τις ριπές και τις άγριες φωνές τους, αλλά και υποψιασμένη για τις διαθέσεις τους, άρπαξε γρήγορα τα ζεματισμένα ανταρτικά ρούχα του Πάνου και τα έβαλε μέσα στο φούρνο. Στη συνέχεια έφραξε το στόμιό του με φρύγανα. Ταυτόχρονα μία μικρή ομάδα Γερμανών επισκέφτηκε τα σπίτια της γειτονιάς. Μαζί τους ήταν και κάποιοι ντόπιοι, ανόσιοι «καλοθελητές».

Κάποια στιγμή η μάνα μου έντρομη άρχισε να ωρύεται και να χτυπά το κεφάλι της. Χωρίς να χρονοτριβεί, στράφηκε πρώτα προς εμένα και μου είπε: «φύγε γρήγορα, πήγαινε στα Λιρομητσέϊκα, στο σπίτι της αδερφής σου..». Ύστερα κοίταξε με αγωνία το Πάνο. Αμέσως του έδωσε να φορέσει τα φαρδιά της μαύρα ρούχα, δηλαδή τον μεταμόρφωσε σε γριά γυναίκα. Ο Πάνος, αφού φόρεσε γρήγορα τα ρούχα της μάνας μου και έβαλε το όπλο και την αρμάθα του κάτω από το μακρύ καφετί σάλι της ρίχτηκε γρήγορα στο ρέμα. Μέσα σε λίγο χρόνο εξαφανίστηκε, βρέθηκε στο νεκροταφείο όπου και κρύφτηκε μέχρι το σουρούπωμα μέσα στα πυκνά χόρτα. Μόλις άρχισε να πέφτει το σκοτάδι, ξαμολήθηκε προς τα «Ξερά» και από εκεί προς το Περγαντί-Βούστρι όπου ήταν στρατοπεδευμένος ο ΕΛΑΣ….

Στον ίδιο χρόνο εγώ ανηφόρησα προς τα «πάνω Λιρομητσαίικα», για να με κρύψει η αδερφή μου, η Ρίνα. Στο σπίτι έμεινε η μάνα μου μόνη και απροστάτευτη.

Και ενώ εμείς είχαμε απομακρυνθεί, οι Γερμανοί πέρασαν και από το δικό μας σπιτικό. Ήδη ήταν ενημερωμένοι για την παρουσία στο χωριό του Πάνου. Αγριεμένοι καθώς ήταν, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και να τον ψάχνουν παντού. Όμως, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όσο η μάνα μου τους έλεγε πως δεν γνώριζε για την τύχη του, τόσο αυτοί εξοργίζονταν, θύμωναν… και την απειλούσαν.

Δυστυχώς, για κακή της τύχη, κάποιος από τους «καλοθελητές» εντόπισε μέσα στο φούρνο τα ζεματισμένα ρούχα του Πάνου. Τότε, οι Γερμανοί αγρίεψαν, άρπαξαν τη μάνα μου με βίαιο τρόπο και την οδήγησαν στην πλατεία, εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι, όσοι χωριανοί θεωρούνταν αριστεροί ή τους είχαν υποδείξει οι «καλοθελητές» ως επικίνδυνους».

Σε πολλή μικρή χρονική απόσταση, κατά την αφηγηματική μαρτυρία του Ν. Κ. Πεταλιά«ο νεαρός Δημήτρης Κολοβός, βρέθηκε στα Λιρομηταίϊκα, στο σπίτι του γαμπρού του Δημ. Μήτση (σημερινό σπίτι του Θεοδώρου Σωκρ. Μήτση). Εκεί, η αδερφή του η Ρίνα, φοβούμενη μην ο μικρός της αδερφός συλληφθεί, λόγω της συμμετοχής στο αντιστασιακό κίνημα του μεγάλου της αδερφού Πάνου, τον έκρυψε μέσα σε μια πρόχειρη ξύλινη κούνια του μωρού της, της μικρής Τασούλας.

Κατά το μεσημεράκι πέρασε από τη γειτονιά των Μητσαίων, το σπίτι της Ρίνας, μία ομάδα Γερμανών. Ο αξιωματικός της ομάδας γνώριζε, καθ’ υπόδειξη των καλοθελητών, πως η Ρίνα ήταν αδερφή του αξιωματικού του ΕΛΑΣ Πάνου Κολοβού, γι αυτό και άρχισε να την τρομοκρατεί με κραυγές, βίαια σπρωξίματα και απειλές.

Η μικρομάνα Ρίνα Κολοβού-Μήτση και η πεθερά της Μαρία-Σωκράταινα, δε λύγισαν από τις άγριες φωνές και τις ακραίες απειλές των Γερμανών. Αντίθετα, οπλισμένες με περίσσιο θάρρος και θεϊκή ηρεμία προχώρησαν σε μια ριψοκίνδυνη πράξη: Έβαλαν το μωρό πάνω από το κρυμμένο κουλουριασμένο σώμα του νεαρού Δημήτρη, και χωρίς να τις αντιληφθούν οι Γερμανοί, άρχισαν να το τσιμπούν. Και το μωρό πονούσε και έκλαιγε γοερά. Τόσο, που οι Γερμανοί δεν άντεξαν και έτσι ο υπεύθυνος αξιωματικός έδωσε εντολή να αποχωρήσουν από το χώρο. Μαζί τους, όμως, πήραν μέχρι το σχολείο, όπου είχαν συγκεντρώσει κι άλλους Αρχοντοχωρίτες, και τη Ρίνα…».

Χάρη στην τόλμη, την επινοητικότητα … και την αδερφική αγάπη της Ρίνας, ο νεαρός Δημήτρης Χαρ. Κολοβός, το «Σπιθάκι» της ΕΠΟΝ, απέφυγε τη σύλληψη ή και την πιθανή εκτέλεσή του.

Οι Γερμανοί, αφού τρομοκράτησαν τους κατοίκους, και αφού πήραν όσα τρόφιμα ήθελαν (σιτάρι, ζώα…), έκαψαν τα σπίτια των συμμετεχόντων και πρωτοκαπετάνιων στη μάχη της Αμφιλοχίας Μπανιά, Λιάκα, Λιοντάκη, Τριάντη και αποχώρησαν για την Κατούνα. Μαζί τους, όμως, πήραν για αιχμαλώτους – ομήρους την Αναστασία Κολοβού, το νεαρό Γάκια και τον Γιαννάκη Κακούρη.

Στην αφηγηματική του μαρτυρία -ιστορική παρακαταθήκη- ο όμηρος του Γερμανικού αποσπάσματος, Ιωάννης Κακούρης, (+1980) αναφέρει πως «η Αναστασία Κολοβού βασανίσθηκε μέχρι θανάτου από τους Γερμανούς στη θέση «Κλιμάτι – τΔέντρο. Η Χαραλάμπαινα-Αναστασία Κολοβού, η μάνα του ΕΑΜίτη αντάρτη – κομμουνιστή Πάνου Κολοβού, λίγο έξω από τον Αετό στύλωσε τα πόδια της και αρνιόταν κάθε της κίνηση. Δεν προχωρούσε, γιατί δεν ήθελε να τη δουν δεμένη οι συγγενείς και οι χωριανοί της ή γιατί η έγνοια της πιότερο ήταν πίσω στα παιδιά της. Φαίνεται πως είχε διαλέξει το δρόμο της δικής της ευδαιμονίας. Είχε επιλέξει το δικό της όσιο. Στη συνεχή και επίμονη άρνησή της οι Γερμανοί απαντούσαν με τη βία. Τη χτυπούσαν συνέχεια στο σώμα και στο κεφάλι. Τη βασάνιζαν χωρίς έλεος για αρκετή ώρα, όμως, αυτή δεν έβγαζε λέξη από το στόμα της. Κάποια στιγμή έπεσε κατάχαμα. Λιποθύμησε. Την πλησίασε ο Γερμανός αξιωματικός και μόλις την είδε λιπόθυμη την πυροβόλησε στο κεφάλι. Την ίδια στιγμή ένας άλλος Γερμανός την έπιασε απ΄ τα πόδια και την έσυρε μέχρι το ρέμα. Και το αίμα έτρεχε ασταμάτητα από παντού, το δε χώμα βάφτηκε κόκκινο… Μετά από αυτό το οδυνηρό γεγονός οι Γερμανοί προχώρησαν προς την Κατούνα. Εμένα και το Γάκια μας άφησαν ελεύθερους…. Το επαχθές αυτό γεγονός, το μεταφέραμε στους συγγενείς και τους χωριανούς της δύστυχης αυτής γυναίκας…

Το Πάσχα του 1943 έζησα μια πολλή σκληρή και βίαιη συμπεριφορά των Γερμανών. Στροβιλίζει ακόμα στο νου μου όπου κι αν βρεθώ όπου κι αν σταθώ η απανθρωπιά και ο βαρβαρότητά τους….»6

Η Αναστασίας-Χαραλάμπαινας Κολοβού επέλεξε ως στάση ζωής το όσιο από το ανόσιο, την ανδρεία της ψυχής, και αυτή η ιδιαίτερη καρτερία της ψυχής της, η έγνοια για το καλό… τη χάραξε… ως Ανδρεία, στην μικρή μας τοπική ιστορία!

Γ: ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΕΔΕΣΙΤΙΚΑ ΠΥΡΑ

Το θανατηφόρο χτύπημα της Γιαννούλας ή Μίχαινας Ρούπα, από ΕΔΕΣίτικη πυρά

Σύμφωνα με την ιστορική μνήμη του Π. Β. Λιάβα«στις 17 Αυγούστου του 1943, οι ΕΔΕΣίτες του Ξηρομέρου με αρχηγό τον Ταγματάρχη Καραμπέκιο και υπαρχηγούς τους Γκόλια, Πιτσινέλη, Μαυρομμάτη… κατέλαβαν το Αρχοντοχώρι. (…) Κείνη τη μέρα η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Οι μαχητές του ΕΔΕΣ κυκλοφορούσαν στην αγορά ασυντόνιστα, ρίχνοντας ασταμάτητα και παντού ριπές… Κάποια κακιά «Μοίρα» κατεύθυνε μία σφαίρα από το όπλο του Αε..νού μαχητή Ντ. Φ…ου, στο μπαλκόνι του Βασίλη Παντ. Λιάβα, και χτύπησε θανάσιμα τη Μίχαινα Ρούπα (Γιανούλα Ν. Καρφή)». Κατά την αφηγηματική μνήμη του Στάικου Απ. Τσίνα, κείνη τη χρονική στιγμή, η Μίχαινα, κατασκόπευε τους μαχητές του ΕΔΕΣ που γλεντοκοπούσαν στο καφενείο του Ν. Καϋμενάκη. Έδινε, λέει, πληροφορίες στους Λιαβαίους, γιατί είχαν κρυμμένο στο σπίτι τους τον αντάρτη, εκ Βλυζανών συγγενή τους, Ζαρκαδούλα.

Κατά την ιστορική αφήγηση του μπαρμπα-Στάθη, η αγρότισσα Μίχαινα Ρούπα, «είχε αναλάβει να υπηρετεί μια ιδιαιτέρως επικίνδυνη αποστολή, δηλαδή, την παρακολούθηση των δεξιών «αντάρτικων» αμάδων και τη μετάδοση πληροφοριών στους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Εν ολίγοις δρούσε ριψοκίνδυνα, έξω από τις συνήθεις νόρμες και τα στερεότυπα της εποχής…».

Δ: Γυναίκες ΕΠΟΝίτισσες και γυναίκες αντάρτισσες από το Αρχοντοχώρι Ξηρομέρου Αιτ/νία

«Η παραδοσιακή αντίληψη για τη γυναίκα, σύμφυτη με τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας και των κοινωνικών ρόλων, λειτουργούσε ως ανασταλτικός παράγοντας για την ένταξη των κοριτσιών μιας αγροτικής κοινότητας σε αντάρτικες ομάδες…»7

Όμως, παρ’ όλα τα συντηρητικά στερεότυπα της τοπικής κοινωνίας δύο νεαρές Αρχοντοχωρίτισσες έσπασαν σε μεγάλο βαθμό τα κοινωνικά στερεότυπα, που ήθελαν τα κορίτσια να κάθονται στο σπίτι, να γνέθουν, να μαγειρεύουν, να μιλάνε για τα ζωντανά, τους γείτονες και τους χωριανούς ή να δουλεύουν μέχρι τη δύση του ηλίου στις αγροτικές δουλειές…. και μπήκαν στην ένοπλη αντίσταση, αφού πρώτα είχαν αναπτύξει ενεργή δράση, μαζί με δεκάδες άλλα κορίτσια, στην ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου. Τα νεαρά αυτά κορίτσια ήταν:

Η Όλγα Στάθη Λιοπύρη

Η Όλγα Λιοπύρη, η αντάρτισσα του εφεδρικού ΕΛΑΣ Ξηρομέρου, ήταν κόρη του Στάθη Χρήστου Λιοπύρη. Αρχικά εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου μαζί με δεκάδες άλλα κορίτσια του χωριού. Το Μάρτη του 1943 πέρασε στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ Αρχοντοχωρίου και κοντά στον αξιωματικό Στάθη Αντ. Λιάκα ή καπετάν Φουρτούνα. Ήταν από τις πρώτες κοπέλες του Ξηρομέρου που κράτησε στον ώμο της το τυφέκιο «Μάουζερ», φόρεσε τα «στρατιωτικά παντελόνια του ΕΛΑΣ» και ανέβηκε στα λεύτερα Ακαρνανικά βουνά……

Το Μάρτη του 1945 και λίγο μετά τη Βάρκιζα, η Όλγα Ευσταθίου Λιοπύρη, στάθηκε αρωγός των καταδιωκόμενων ομάδων του «Φουρτούνα», «Πελεκούδα» … και «Γεροδήμου».

Τέλος του 1946 φυγαδεύτηκε, μαζί με την Ελένη Λιάκα και την Σταυρούλα Κρικώνη, στη Λευκάδα και την Πρέβεζα με σκοπό να περάσει στο Δημοκρατικό Στρατό. Εκεί, φορτωμένη με ευθύνες … έβλεπε και χάραζε το μέλλον της με αισιοδοξία. Όμως, οι κινήσεις και οι σκοποί της έπεσαν στην αντίληψη των «εθνοχωροφυλάκων. Για να αποφύγει τη σύλληψη και τυχόν φυλάκισή της επέστρεψε στο χωριό της όπου και ασχολήθηκε με τη γεωργία.

Το 1947 η αντάρτισσα Όλγα Στάθη Λιοπύρη («Χαμάρα»), συνελήφθη από τους παρακρατικούς ΜΑΥδες του Αστακού-Λεσινιού και Βλυζιανών (Κρκστα – Βίλα – Κφλα – Ζρζεβ…, Ζρκ.- Κυν-, Λσκ). Μεταφέρθηκε στο χωριό Βλυζιανά Ξηρομέρου όπου και βασανίστηκε ενώπιον των κατοίκων. Αφηγηματικές μνήμες πολλών Βλυζανιτών μαρτυρούν πως πρώτα την κούρεψαν και ύστερα τη μετέφερναν στα σοκάκια του χωριού όπου οι κάτοικοι τη χλεύαζαν. Σύμφωνα δε με την αφηγηματική ιστορία της Βλυζανίτισσας Σπυριδούλας Κ. Καρφή-Μήτση, οι Μάυδες … «τη χτυπούσαν στο κεφάλι και στο σώμα και της έβαζαν μέσα στα αντάρτικα παντελόνια της γάτες και μικρά γατάκια….».

Η Όλγα Ευστ. Λιοπύρη, ήταν μία από τις αξιόλογες μορφές του αντιστασιακού αγώνα στο Αρχοντοχώρι και των γυναικών του Ξηρομέρου. Ήταν το παράδειγμα ηρωισμού και αντοχής στις δυσκολίες και τις κακουχίες. (…)

Παντρεύτηκε στην Παπαδάτου. Αν ζούσε σήμερα, θα είχε να μας διηγηθεί πολλά απ’ τη ζωή της και τα πάθη της….

Η Ελένη Αντωνίου Λιάκα

Η Ελένη Αντωνίου Λιάκα μοιράστηκε από μικρό κορίτσι τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του αδερφού της Στάθη Αντ. Λιάκα – καπετάν Φουρτούνα. Στα Μεταξικά χρόνια τον ακολούθησε στις Πανεπιστημιακές του σπουδές στην Αθήνα (Γυμνάσιο Περιστερίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών) όπου και δέχθηκε όλες τις πολιτικές του επιρροές.8

Με την έναρξη του αντιστασιακού κινήματος στο Αρχοντοχώρι και το Ξηρόμερο εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου. Το Μάρτη του 1943 έγινε αντάρτισσα του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Ξηρομέρου. Κράτησε στον ώμο της το τυφέκιο «Μάουζερ» και φόρεσε «στρατιωτικά παντελόνια». Μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ και κοντά στον αδερφό της καπετάν Φουρτούνα, συνέβαλε τα μέγιστα στην υπόθεση του αντιστασιακού κινήματος στο Αρχοντοχώρι και την ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου…

Στην αφηγηματική του μαρτυρία ο συναγωνιστής της στην ομάδα Φουρτούνα, Στράτος Μιχαλάκης, αναφέρει: «Η Ελένη Λιάκα ήταν πολύ τολμηρή γυναίκα. Στις δύσκολες στιγμές ήταν πάντα και παντού μαζί μας: Στις νυχτερινές πορείες, στις σπηλιές… και στα καταράχια των ακαρνανικών βουνών… Η Λενιώ είχε ατσάλινη υπομονή, σιδερένια πειθαρχία και δημιουργική πρωτοβουλία. Το πάθος, η σκέψη της, η θέλησή της για αγώνα ήταν για μας κάτι το πρωτόγνωρο. Ήταν η αδερφή μας και η αναζωογόνα δύναμη για να συνεχίσουμε τον αγώνα, ώστε να κάνουμε συνείδηση των συμπατριωτών μας τους πόθους του και τη δύναμή του. Μετά τη σύλληψη του καπετάν Φουρτούνα, το Σεπτέμβρη του 1946, η Ελένη πέρασε στη Λευκάδα όπου κρυβόταν στο σπίτι του συντρόφου Περδικάρη. Το 1947 την έπιασαν, τη δίκασαν και την έστειλαν στην εξορία». (…). Μετά τη δολοφονία δια αποκεφαλισμού του αδερφού της, καπετάν Φουρτούνα, αλλά και τη δια βασανισμού εκτέλεση του πατέρα της, Αντώνη Λιάκα,… η ζωή της έγινε ένα αφόρητο μαρτύριο…

Σύμφωνα με την αφηγηματική μαρτυρία του τότε ΕΠΟΝίτη Κων/νου Στέλιου Σκαρογιάννη«η Ελένη Αντ. Λιάκα, έγινε μαχήτρια του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Ξηρομέρου, στις αρχές του 1943.  Η εκπαίδευσή της έγινε στο στρατόπεδο της Ζάβιτσας, που βρίσκονταν στη θέση «ελιές». Μαζί της δε συνεκπαιδεύτηκαν και οι: Όλγα Ευσταθίου Λιοπύρη, Βίλμα Καπότη … και Υπαπαντή Βασιλ. Δρακά».

Οι συναγωνίστριες Ελένη Αντ. Λιάκα και Όλγα Ευστ. Λιοπύρη

Στην αφηγηματική της ιστορία η Αγγελική Ν. Σιδερά, ανιψιά του καπετάν Φουρτούνα και κόρη της εξορισθείσης Γίτσας-Γεωργίας Λιάκα-Σιδερά, μας μετέφερε θύμησες και λόγια ειπωμένα από τη θεία της Ελένη:

«Από την πρώτη στιγμή του αντιστασιακού αγώνα, η Όλγα Λιοπύρη και η θειά μου Ελένη Λιάκα, εκπαιδεύτηκαν στον εφεδρικό ΕΛΑΣ Ξηρομέρου. Στο στρατόπεδο που ήταν κάτω από τον Άγιο Σπυρίδωνα μάθανε να χειρίζονται το όπλο και πώς να επιβιώνουν σε κάθε είδους σκληρές συνθήκες. Μάθανε επίσης πως να αντιμετωπίζουν το Γερμανό, αλλά και πώς να στέκονται περήφανα απέναντι σε κάθε «πατριώτη» εθνοφύλακα».

Και στις δύο φάσεις του άνισου αγώνα, της αντίστασης και της καταδίωξης, η ζωή τους κινδύνεψε πολλές φορές. Για να προστατευτούν ανέβαιναν συχνά στο βουνό, όπου χρησιμοποιούσαν για κατάλυμά τους τις σπηλιές και για προσκέφαλό τους την πέτρα… Σ’ αυτές τις άγριες για γυναίκες συνθήκες υπήρξαν και στιγμές που τις κυριάρχησε το αίσθημα το φόβου. Αισθητή γίνονταν η παρουσία του ιδίως όταν τα αυξημένα ηλεκτρικά πεδία δημιουργούσαν αναρίθμητους και συνεχείς κεραυνούς πάνω και γύρω από τα βουνίσια καταφύγιά τους. Φοβόταν πιο πολύ «το θυμό του Δία», παρά τις σφαίρες των «κυνηγών» τους, που συχνά σφύριζαν δίπλα απ’ τα κορμιά και τα κεφάλια τους. Και στις δύο ιστορικές περιόδους υπήρξαν στιγμές που νιώθανε πως η ζωή τους ήταν αφημένη στη «Θεά Τύχη», γιατί πολεμούσανε τον εχθρό άνισα…, αβοήθητες, πεινασμένες, εξαντλημένες, ψειριασμένες….

Στα χρόνια της αντίστασης κατά του Γερμανού κατακτητή, υπήρχαν φορές που εκλιπαρούσανε «πατριώτες» της περιοχής για επισιτιστική βοήθεια, η οποία και θα μοιράζονταν στους αντάρτες. Το λίγο αλεύρι, κρέας, ψωμί.. και το ελάχιστο λάδι που συγκέντρωναν το μετέφεραν στις σπηλιές, … εκεί όπου πήγαιναν τις νύχτες οι πραγματικοί πατριώτες, για να ξαποστάσουν και να φάνε από το φαγητό που μοσχοβολούσε σ’ όλα τα πλάγια και τα φαράγγια των Ακαρνανικών ορέων…

Μετά την απελευθέρωση τόσο η ζωή της Ελένης όσο και της Όλγας έγινε κόλαση. Τον περισσότερο χρόνο περιφέρονταν στα γύρω βουνά όπου και τροφοδοτούσαν τους καταδιωκόμενους αντάρτες. Πολλές μετακινήσεις τους έπεφταν στην αντίληψη «καλοθελητών» συμπατριωτών, οι οποίοι και τις πρόδιδαν στους «μαχητικούς» εθνοφρουρούς. Όπως έγινε, την άνοιξη του 1946/7. Τότε μία ομάδα Ξηρομεριτών «Μάυδων», που είχε ενεδρεύσει στα ριζά του Καλαβονιού, τις συνέλαβε. Την Ελένη δεν τόλμησαν να την πειράξουν. Φοβήθηκαν ίσως τα αντίποινα από το Στάθη… Την Όλγα, όμως, την πήραν μαζί τους και την πήγαν στα Βλυζιανά όπου και τη βασάνισαν ψυχικά και σωματικά. … Εκεί, με αρχηγό τον Ζρζβύλ…. της έκαναν φριχτά βασανιστήρια, της έβαζαν γάτες μέσα στα φουστάνια, τη χτυπούσαν…. και τη χλεύαζαν.

Κατά την αφηγηματική μαρτυρία του εκ του Βάρνακα καταγόμενου Στράτου Μιχαλάκη«η Ελένη Αντ. Λιάκα και η Όλγα Στ. Λιοπύρη, ήταν οι διαλεχτές και οι έμπιστες του καπετάν Φουρτούνα πάνω στα Ακαρνανικά βουνά. Οι ανταρτοΕΠΟΝίτισσες κοπέλες του Αρχοντοχωρίου έδειξαν σπουδαία αγωνιστικότητα σε τομείς που τους ανάθετε το Ε.Α.Μ.-ΕΛΑΣ διατρανώνοντας, ως άλλες Σουλιώτισσες, ως άλλες γυναίκες της Πίνδου, την ωριμότητα της Ελληνίδας γυναίκας, τη θέληση για τη λευτεριά της πατρίδας. Η Ελένη Λιάκα και η Όλγα Λιοπύρη, ξεχώριζαν για τις αρετές τους (…). Ήταν, οι μεγάλες ψυχές, οι ηρωίδες της αντίστασης και του αντιφασιστικού αγώνα. Εκπλήττεται κανείς από τον ηρωισμό, την ιδανική ηθική κατάσταση της ψυχής τους, και την αγωνιστική αφοσίωση των δύο αυτών γυναικών, αν σκεφτεί κανείς τις δυσκολίες, που αντιμετώπιζαν ως ασθενές φύλλο, πάνω στα δύσβατα βουνά του Ξηρομέρου, τους άγριους χειμώνες του 1943- 1947….».

Η αντάρτισσα Βίλμα Καπότη

Η Βίλμα Καπότη, με την έναρξη του αντιστασιακού κινήματος στο Αρχοντοχώρι εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ Αρχοντοχωρίου. Το Μάρτη του 1943 φόρεσε «στρατιωτικά παντελόνια» και έγινε αντάρτισσα του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Αρχοντοχωρίου, μαζί με την Όλγα Στ. Λιοπύρη, και την Ελένη Αντ. Λιάκα (το κέντρο εκπαίδευσης βρίσκονταν στο Αρχοντοχώρι στην περιοχή «ελιές»). Η Βίλμα Καπότη, μέσα από την Αλληλεγγύη συνέβαλε τα μέγιστα στην υπόθεση του αντιστασιακού κινήματος στο Αρχοντοχώρι και την ευρύτερη περιοχή του Ξηρομέρου.

Η ηρωίδα μάνα, Μαρία Νικολέ-Λιάκα

Η Μαρία Νικολέ-Λιάκα (Γοβιά) ήταν η μητέρα του καπετάν Φουρτούνα, της Γίτσας και της αντάρτισσας Ελένης Λιάκα….. Το 1947 στα βαθιά της γεράματα εξορίστηκε μαζί με τον άντρα της Αντώνη Λιάκα, την κόρη της Γεωργία και 10 άλλες γυναίκες στο στρατόπεδο γυναικών της Σκιάθου….

Ε: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

ΟΙ 10 ΕΞΟΡΙΣΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ

Το Σεπτέμβρη του 1946 δέκα γυναίκες – άλλες εγκυμονούσες, άλλες με μικρά παιδιά, άλλες βασανισμένες και ταλαιπωρημένες, άλλες γιαγιάδες – και δύο γέροι … γνώρισαν τη νοοτροπία και το σκληρό πρόσωπο της μεταπολεμικής δεξιάς!

Πέρασαν από τότε 75 χρόνια κι ο χρόνος εκείνος μένει πάντα στου μνήμη των Αρχοντοχωριτών σαν ένα μελανό γεγονός της νεότερης Τοπικής μας Ιστορίας.

Σεπτέμβρης του 1946

Ένα τηλεγράφημα9 που ήρθε το Σεπτέμβρη του 1946 έλεγε να συλληφθούν οι γυναίκες, οι μάνες και οι αδερφές των «κομμουνιστών συμμοριτών»… Ν. Λιοντάκη, Ευσταθίου Λιάκα και Επαμεινώνδα Μπανιά. Την επομένη κιόλας μέρα κατέφθασε στο Αρχοντοχώρι από τη διοίκηση Κατούνας ένα απόσπασμα χωροφυλακής. Το απόσπασμα αυτό, συνεπικουρούμενο από Χίτες του Κ…ρβ..λά, αρχικά έκαψε τις στάνες, έκανε πλιάτσικο ζώων και περιουσιών, λεηλάτησε τα καλύβια αριστερών οικογενειών και στη συνέχεια απήγαγε 10 γυναίκες, 2 γέρους και ένα μωρό!

Στον κατάλογο των συλληφθέντων γυναικών περιλαμβάνονταν:

  • η μάνα (Μαρία Νικολέ-Γοβιά) και οι αδερφές του Στάθη Αντ. Λιάκα- καπετάν Φουρτούνα (Γεωργία, σύζυγος του Νίκου Ηλ. Σιδερά και Ελένη; Λιάκα- Παπαφώτη),
  • η μάνα (Μαρία, σύζυγος του Ι. Μπανιά) και οι αδερφές του Επαμεινώνδα Μπανιά-καπετάν Πελεκούδα (Καλομοίρα Ι. Μπανιά και Αλεξάνδρα-Τσάντα Ι. Μπανιά, σύζυγος του Ι. Γαλούνη),
  • η Ευφροσύνη Λιοντάκη, σύζυγος του Γεωργίου Μπανιά,
  • η Μαρία Νικολέ, σύζυγος του Χρήστου Λιοντάκη,
  • η Καλλιόπη-Λόπη Λιοντάκη, σύζυγος του Φώτη Νικολέ-«Λαδά» και αδερφή του Νίκου Λιοντάκη-«Τσακνή»,
  • της Λόπης, της Φρούδως Μερεντίτη, της Βεσσαρίας Τριάντη, του Σπύρου Λιοντάκη και του Νίκου Λιοντάκη ή Τσακνή,
  • η Σταυρούλα Κρικώνη- Λιοντάκη, σύζυγος του Νίκου Λιοντάκη-Τσακνή, και κόρη του Δημήτρη Κρικώνη – «Αμερικάνου»,

Μαζί με τις γυναίκες συνελήφθησαν και δύο γέροι:

  • ο γερο-Αντώνης Λιάκας, ο πατέρας του καπετάν Φουρτούνα (όλοι η οικογένεια), και
  • ο γερο-Δημήτρης Κρικώνης, ο πατέρας της Σταυρούλας Κρικώνη, γυναίκας του καταδιωκόμενου Νίκου Λιοντάκη.

Μεταξύ των συλληφθέντων γυναικών οι δύο ήταν εγκυμονούσες, και μία είχε μαζί της μικρό παιδί.

Η Μαρία Νικολέ, ήταν εγκυμονούσα στο γιο της Λάκια-Θόδωρο Λιοντάκη, τον οποίο και γέννησε μόλις ελευθερώθηκε.

Η Γεωργία-Γίτσα Λιάκα-Σιδερά, ήταν εγκυμονούσα στο γιο της Ηλία, τον οποίο και γέννησε στην εξορία (είναι εγγεγραμμένος στα Μητρώα Αρρένων Σκιάθου).

Η Αλεξάνδρα-Τσάντα Μπανιά-Γαλούνη, είχε στην αγκαλιά της το νεογέννητο παιδί της, Τάσο.

Οι συλληφθείσες γυναίκες στάλθηκαν για περίπου εννέα μήνες εξορία στη Σκιάθο. Στο νησί έμειναν σε καταυλισμό. Εκεί ζούσαν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Οι κυριότερες και μαρτυρικότερες στιγμές τους ήταν η πείνα, το κρύο … και ιδιαίτερα η έλλειψη των αγαπημένων τους προσώπων. Όλους τους μήνες κράτησης ζούσαν πότε με τη βοήθεια του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και πότε, σύμφωνα με την αφηγηματική τους μαρτυρία, από την βοήθεια-ελεημοσύνη που τους έδιναν κάποιες φίλες του ανθρώπου οικογένειας. Πολλές φορές για να ξεγελάσουν την πείνα, τον υποσιτισμό, μηχανεύονταν πράξεις και πρακτικές εντός των ορίων της λογικής: Έπλεκαν κάλτσες, φανέλες και μπλούζες και τις πουλούσαν. Στις δε δύσκολες στιγμές επισκέπτονταν τα σπίτια ή πήγαιναν στα σκαλιά της κεντρικής εκκλησίας του νησιού και «ζητιάνευαν».

Η 9/μηνη πολιτική κράτηση των γυναικών του Αρχοντοχωρίου σταμάτησε την άνοιξη του 1947, όταν δηλαδή παρέδωσαν οι καταδιωκόμενοι Λιοντακαίοι και Σιδεραίοι…. μέρος του οπλισμού τους ή όταν η κυβέρνηση αποφάσισε την αποσυμφόρηση των φυλακών. Ιστορικές αναφορές προσεγγίζουν την απελευθέρωση των εξόριστων γυναικών και «στην ευχαρίστηση του διοικητή του νησιού» προς τη Φροσύνη Μπανιά, η οποία προθυμοποιήθηκε να θεραπεύσει την κόρη του από τις οδυνηρές παρενέργειες της παρωτίτιδας (μαγουλάδες). Κατά την ιστορική μνήμη του Στ. Γαλούνη, η αποφυλάκιση των εξόριστων γυναικών και των σεβάσμιων γερόντων οφείλονταν στον τότε υπουργό των Ναυτικών και προσωρινώς της Δημοσίας Τάξεως της κυβέρνησης συνασπισμού του Δημ. Μαξίμου, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος «τις είδε τυχαία ρακένδυτες, τις λυπήθηκε και έδωσε εντολή να ελευθερωθούν και να γυρίσουν στα σπίτια τους». Βέβαια, για όσο χρόνο παρέμειναν εξόριστες στη Σκιάθο, «οι ντόπιοι τις θεωρούσαν «μιάσματα» και δεν τις βοηθούσαν ανθρωπιστικά…. Ίσως και να φοβόντουσαν…».

Μνήμες που πονούν. Εξιστόρηση από την 90/χρονη Μαρία Χρ. Λιοντάκη

Η 90/χρονη Μαρία Νικολέ ή Χρήσταινα Λιοντάκη, με τη βοήθεια των παιδιών της Λάκια-Θόδωρου και Λούλας-Σπυριδούλας, θυμάται εκείνα τα σκληρά χρόνια και μας αφηγείται: «Μόλις γύρισε η κατάσταση η ζωή μας δυσκόλεψε πολύ. Ο άντρας μου, ο Χρήστος Λιοντάκης, ήταν στο βουνό μαζί με το «Φουρτούνα» και άλλους χωριανούς και συντοπίτες. Του πήγαινα ψωμί πότε στον Μπούμιστο, πότε στον Αγριλιά, και πότε στην Κολετίνα. Όλοι οι συγγενείς των καταδιωκόμενων τροφοδοτούσαμε τους δικούς μας, τους άντρες, τα αδέρφια μας, τα παιδιά μας… Για το λόγο αυτό, μας κυνηγούσαν παντού οι χωροφύλακες του χωριού. Ώσπου, το καλοκαίρι του 1946, ήρθαν οι χωροφύλακες από τη διοίκηση της Κατούνας και μας μάζεψαν. Δέκα-10 γυναίκες, δύο-2 άνδρες και ένα-1 μικρό παιδάκι! Πρώτα μας πήγαν στη χωροφυλακή του χωριού10. Εκεί μας κράτησαν περίπου δύο μέρες. Μας ανέκριναν με άγριο τρόπο, μας έβαζαν φωνές, μας άφηναν νηστικές και διψασμένες… Ανάμεσά μας και τα δύο βασανισμένα γεροντάκια. Οι αθεόφοβοι δεν σεβάστηκαν τα ροζιασμένα χέρια τους, τα ρυτιδιασμένα πρόσωπά τους … και τα κάτασπρα μαλλιά τους. Ήθελαν να μας κάνουν να λυγίσουμε, να αποκηρύξουμε τους άντρες μας, τα αδέρφια μας και τα παιδιά μας. Μάταια οι δικοί μας χρησιμοποιούσαν τους συγγενείς και τους φίλους, από τη δεξιά πλευρά, για να μας αφήσουν ελεύθερες…

Από τη χωροφυλακή μας πήραν και μας πήγαν στην Κατούνα. Ξανά ανακρίσεις, φωνές, ταλαιπωρίες. Ξανά παρεμβάσεις συγγενών, κουμπάρων, φίλων… χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Φαίνεται η πορεία μας ήταν προδιαγεγραμμένη. Πιθανόν να το έλεγε και το τηλεγράφημα που είχαν στείλει οι ανώτεροι «εθνοπατριώτες». Τελικά μας πήγαν στο Αγρίνιο. Εκεί μας κράτησαν μία μέρα και ύστερα μας μετέφεραν μαζί με άλλους κρατούμενους -γυναίκες και άνδρες- στην Πάτρα, όπου μας έβαλαν στο καράβι της γραμμής Λευκάδα- Πειραιά. Μετά από ώρες ταξιδιού και εξαντλητικής ταλαιπωρίας φτάσαμε στο λιμάνι του Πειραιά, όπου μας στρίμωξαν, μαζί με δεκάδες άλλες γυναίκες, σε μια μεγάλη, βρώμικη αποθήκη. Εκεί μας κράτησαν δυο τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό μας πέρασαν από κάποιους γιατρούς. Μας εξέτασαν για κρυώματα και τυχόν χρόνιες αρρώστιες. Επειδή, όμως, ήμασταν όλες γεμάτες ψείρες μας έδωσαν από μία κάλτσα με ψειρόσκονη για να την τινάζουμε στο κεφάλι μας…

Μετά από μέρες ταλαιπωρίας, δίψας και πείνας μας έβαλαν σε ένα καράβι. Κάποιος ναύτης φώναξε πως «το καράβι έχει προορισμό το νησί Σκιάθο». Κοιταχτήκαμε προς στιγμή, μα δεν αντέδρασε ουδεμία, αφού δεν ξέραμε ούτε τι νησί ήταν αυτό και ούτε κατά που έπεφτε. Τέλος, δεχτήκαμε να συνταξιδέψουμε με τη μοίρα μας! Ταξιδεύαμε επί ώρες στο άγνωστο και το πουθενά, και με επιπρόσθετη συντροφιά την αίσθηση της αρμύρας, η οποία κάθονταν απαλά στα ξεροκαμένα πρόσωπά μας. Ταξιδεύαμε και ο χρόνος μας φαίνονταν ατέλειωτος. Κι αν τύχαινε και συλλογιζόμασταν τους ανθρώπους που είχαμε αφήσει πίσω τότε πιάναμε το μοιρολόι και κλαίγαμε πνιχτά τα βάσανά μας κάτω από τα μαύρα πέπλα μας.

Όταν μετά από ώρες φτάσαμε στο λιμάνι της Σκιάθου οι συνοδοί χωροφύλακες μας παρέδωσαν στους στρατοχωροφύλακες του νησιού, οι οποίοι με τη σειρά τους μας οδήγησαν, κακοντυμένες και πεινασμένες, τη μία πίσω από την άλλη στο αστυνομικό τμήμα του νησιού. Στη συνέχεια, αφού έγινε η πρώτη καταγραφή, μας πήγαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή «συμμόρφωσης».

Σαν φτάσαμε στο στρατόπεδο μας χώρισαν σε θαλάμους κατά ομάδες. Άλλες εδώ και άλλες εκεί. Κι όσο περνούσαν οι μέρες η ζωή μας γινόταν κόλαση. Εκεί, στο στρατόπεδο των γυναικών, ζήσαμε όλο το δράμα του υποσιτισμού και του αυταρχισμού των δεσμωτών μας. Επί μέρες μας τάιζαν πλιγούρι και μας έδιναν ψωμί ξερό και μουχλιασμένο. Πολλές φορές νιώθαμε πως είχαν αποφασίσει να μας ξεκάνουν με τη μέθοδο του αργού θανάτου, δηλαδή με τη στέρηση της τροφοδοσίας.

Υπήρχαν μέρες που φοβηθήκαμε πάρα πολύ, πρώτον, γιατί η Γίτσα Λιάκα, η σύζυγος του Ν. Σιδερά, είχε γεννήσει τον γιό της (Ηλία) μέσα στο στρατόπεδο και δεύτερον, γιατί η Τσάντα-Αλεξάνδρα Μπανιά, η σύζυγος του Ι. Γαλούνη, είχε μαζί της το 4-6 μηνών μικρό παιδί της, Τάσο. Εγώ κείνη τη χρονική περίοδο ήμουν στην αρχή της εγκυμοσύνης μου, στο Λάκια. Επίσης οι άλλες γυναίκες ήταν καθημερινά στεναχωρημένες, γιατί είχαν αφήσει πίσω στο χωριό φαμίλιες. Η Λόπη, η σύζυγος του Φώτη Νικολέ, είχε αφημένα πίσω στο χωριό τρία μικρά παιδιά (Τάκη, Στέλιο, Γκόλφω), η Σταυρούλα, η σύζυγος του Ν. Λιοντάκη με την πεθερά της Ελένη Πιτσινέλη, είχαν αφήσει πίσω το Στάθη και την Όλγα, η Ευφροσύνη είχε αφήσει πέντε-5 κορίτσια και ένα γιο (Αθανασία, Θεοδώρα, Αγγελική, Ουρανία, Σοφία και Διονύση), …. Όλες οι γυναίκες ήταν αδύναμες, φοβισμένες και άρρωστες, και οι γέροντες αρκετά εξαντλημένοι και ανήμποροι …

Μπρος στην απόγνωσή μας και για να μην πάθουμε τα χειρότερα, μηχανευτήκαμε τρόπους επιβίωσης: Θυμηθήκαμε τρόπους και πρακτικές του χωριού μας …. και καταστρώσαμε σχέδια σωτηρίας.. Θεωρούσαμε ντροπή, για μας και τους κυνηγημένους άνδρες μας, να υπογράφαμε την επαίσχυντη «δήλωση μετανοίας» που μας έφερναν συνεχώς οι φύλακες.

Και η σωτηρία μας άρχισε να υφαίνεται χάρη στην επινόηση της κυρά Φροσύνης Μπανιά, η οποία είχε μάθει πως η κόρη του διοικητή ήταν βαριά άρρωστη από μαγουλάδες (παρωτίτιδα). Πήγε στο διοικητήριο και προσφέρθηκε να κάνει την κόρη του καλά με βότανα και ξόρκια. Μάλιστα τον έπεισε και για τη βέβαιη αποτελεσματικότητά τους! Πράξη που έγινε. Και η κόρη του διοικητή μέσα σε λίγες μέρες ανάρρωσε και άρχισε να απολαμβάνει τις χαρές ζωής. Ο πυρετός, ο πονοκέφαλος, το αίσθημα κόπωσης και ο μυικός πόνος εξαφανίστηκαν με τα πρώτα ροφήματα από τα βότανα της κυρά Φροσύνης… Έτσι, αποφεύχθηκαν και τυχόν επιπλοκές από τη νόσο. Χάρη στα «γιατροσόφια» της κυρά Φροσύνης όλες οι συν-εξόριστες γυναίκες, αλλά και οι γέροντες, παίρναμε από το διοικητή άδεια εξόδου από τον καταυλισμό των κρατουμένων γυναικών, το κολαστήριο….

Αρπάζοντας την ευκαιρία αυτή προχωρήσαμε στα επόμενα βήματα των σχεδίων μας: Κακοντυμένες και πεινασμένες καθώς ήμασταν επισκεπτόμασταν τα σπίτια των Σκιαθιτών. Τους ζητούσαμε βοήθεια. Λίγο ψωμί, λίγο λάδι, και ό,τι καλό περίσσευε από το σπιτικό τους. Οι περισσότεροι μας έδιναν κάτι από το δικό τους περίσσευμα. Κάποιοι, όμως, μόλις μας έβλεπαν μας νόμιζαν για «γύφτισσες» και μας έδιωχναν, σιγοψιθυρίζοντας τα ντροπιαστικά για μας λόγια: «τραβάτε γύφτισσες», «φύγετε από εδώ γύφτισσες…»! Και εμείς, με σκυμμένο το κεφάλι και χωρίς δεύτερη κουβέντα αποχωρούσαμε. Τι να έκανες; Η ανάγκη νικούσε την ντροπή! Πολλές φορές τους δείχναμε καλύτερη εικόνα. Πλέκαμε κάλτσες και πουλόβερ και τους τα πουλούσαμε. Έτσι, με τα ελάχιστα χρήματα που μαζεύαμε αγοράζαμε ρουχαλάκια για τα μικρά παιδιά, τον Τάσο (Γαλούνη) και τον Ηλία (Σιδερά). Βέβαια, το συντονισμό όλων αυτών των ενεργειών τον είχε η καθ’ όλα δραστήρια και ανυποχώρητη Ζαβι-φ-τσάνα, Καλομοίρα Ι. Μπανιά….

Περάσαμε δύσκολες ώρες στο νησί. Μια φορά, ένας νησιώτης μας φώναζε δυνατά και αυστηρά. «γύφτισσες»: Τότε, στο χαρακτηρισμό του αυτόν, ο σεβάσμιος μπαρμπα-Αντώνης, που πάντα μας προστάτευε, με το μειλίχιο λόγο του είπε για την περηφάνια μας, αλλά και για τη ζωντανή ιστορία του χωριού μας. Του είπε ήρεμα και καθαρά για τη δράση και τα κατορθώματα του γιου του Στάθη-καπετάν Φουρτούνα, και το λόγο για τον οποίο μας τυραννούσαν όλους στο νησί τους. (κείνες τις μέρες, ο Στάθης, βρίσκονταν στις φυλακές της Ικαρίας) Ο αντίλογος του γερο-Αντώνη είχε ως αποτέλεσμα να τον συλλάβουν οι στρατοχωροφύλακες, και να τον οδηγήσουν στην απομόνωση. Κείνες τις ώρες το γέρικο κοκαλιάρικο κορμί του έτρεμε από φρίκη και η κουρασμένη καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα. Ευτυχώς, χωρίς να έχουμε καμία δυσάρεστη εξέλιξη.

Από τη μέρα εκείνη άρχισαν να μας πιέζουν συνεχώς για να υπογράψουμε «δήλωση μετανοίας», «για να αποκτήσουμε το δικαίωμα ένταξης στην κοινωνία»! Ο γερο- Αντώνης, όχι μόνο απέρριπτε -περιφρονητικά- την πρότασή τους, αλλά σαν μεγαλύτερος και σοφότερος που ήταν, μας συμβούλευε και μας για το τι πρέπει να κάνουμε. Επίσης, μας εμψύχωνε ανελλιπώς με αστεία και σοφά λόγια.
(….)

Στο χωριό γυρίσαμε το καλοκαίρι του 1947, όχι ηττημένες, αλλά με το κεφάλι ψηλά. Ως ηρωίδες και ήρωες. Κι αυτό οι «νικητές» δεν το χώνεψαν. Γι αυτό άρχισαν και πάλι να μας ενοχλούν, να συλλαμβάνουν τους άντρες μας, να τους βασανίζουν, να τους φυλακίζουν και να τους στέλνουν εξορία στα ξερονήσια.

Γέμισαν τα ξερονήσια και οι φυλακές από Αρχοντοχωρίτες!11 (…)

Τελικά, τον γερο-Αντώνη τον αποτέλειωσαν με φρικτά βασανιστήρια δέκα μέρες μετά την αποφυλάκισή του οι γνωστοί άνθρωποι του Βρρ στο Μύτικα. Κι εκεί θάφτηκε! Τον γιο του, τον Στάθη, τον καπετάνιο του Ξηρομέρου, της Κεφαλονιάς και της Λευκάδας, τον αποκεφάλισαν στο χωριό Βερσοβά-Αμπελόκηποι της Αιγιαλείας, τον Ηλία Σιδερά και τον Γιάννο Ρούπα τους αποκεφάλισαν … Και οι βασανισμοί, οι εξορίες, οι θάνατοι πολλών αντιστασιακών και αριστερών Αρχοντοχωριτών από το μεταπελευθερωτικό κράτος της βασιλοδεξιάς και των Ταγματασφαλιτών δεν είχαν τελειωμό.» (…)

Αγλαΐα Παπαναστάση-Ζέλου, η περήφανη μάνα!

Μετά την απελευθέρωση οι γυναίκες που ήταν φίλα προσκείμενες στην ΕΑΜική αντίσταση βίωσαν άσχημες καταστάσεις. (…) Μία από τις γυναίκες που υπέστη ακραία διαπόμπευση από τις ομάδες τάξης (ΜΑΥδες) της περιοχής Ξηρομέρου ήταν και η Αγλαΐα Ν. Παπαναστάση, η Ζαβιτσάνα μάνα των Ζελαίων. (σύζυγος του Λάμπρου Ζέλου, κόρη του Ν. Παπαναστάση και αδερφή του Κώστα και Γιαννακού Παπαναστάση- Τσαντή).

Οι παρακρατικοί Χίτες του Ξηρομέρου (Θ. Τζ…ρς., Μα….) τη συνέλαβαν το καλοκαίρι του 1945 επειδή τα παιδιά της, ιατροί της αντίστασης, Τάκης Ζέλος, (μετέπειτα καρδιολόγος), Σπύρος Ζέλος, (μετέπειτα καθηγητής χειρουργός, ογκολόγος) και Θανάσης Ζέλος, (μετέπειτα δικηγόρος) είχαν καταφέρει να τους ξεφύγουν… και κάπου στη Ζάβιτσα να χάσουν και τα ίχνη τους (…). Αφηγηματικές δε μνήμες μαρτυρούν πως πρώτα της ξύρισαν τα μαλλιά ή της έγδαραν το κεφάλι με μία λεπίδα και ύστερα την περιέφεραν, ως τρόπαιο, στους δρόμους της Κατούνας. (Το ίδιο είχαν κάνει και με το κομμένο κεφάλι του γιατρού Β. Τσέλιου-καπετάν «Γεροδήμου»! Από τις αφηγήσεις των Αρχοντοχωριτών, φαίνεται πως οι Ξηρομερίτες ΜΑΥδες ήταν συνώνυμο με την παρακρατική βία!).

Το βαρύ χέρι της Αφροδίτης-Φρούδως Λιοντάκη

Η Αφροδίτη-Φρούδω Λιοντάκη ήταν αδερφή των Νίκου και Σπύρου Ευστ. Λιοντάκη-Τσακνή. Παντρεύτηκε στην Κατούνα τον Αλέξη Μερεντίτη –«Μπερίκο». Το 1946/47 ο Αλέξης Μερεντίτης, μετέφερε πρόταση του διοικητή της χωροφυλακής Κατούνας στον καταδιωκόμενο Νίκο Λιοντάκη, που έλεγε: «να παραδοθεί ο Λιοντάκης-Τσακνής με τον οπλισμό του και ως «αντίδωρο» θα αποκτήσει την ελευθερία του, το ακαταδίωκτο» από το «καθεστώς». Πράγματι, ο Νίκος Λιοντάκης, πείστηκε από τα ωραία λόγια του γαμβρού του (και του διοικητή της Κατούνας) και παρέδωσε τον οπλισμό του στο απόσπασμα της χωροφυλακής στη θέση Σοχά του Μέγα όρους. Όμως, πριν πάρει το δρόμο προς την ελευθερία του, όπως όριζε «η συμφωνία των ανδρών».., ο διοικητής τον συνέλαβε και τον οδήγησε στη Λευκάδα. Στη γρήγορη και στημένη δίκη που ακολούθησε, Ο Νίκος Στ. Λιοντάκης-«Τσακνής» καταδικάστηκε σε θάνατο!

Μόλις η Φρούδω Στ. Λιοντάκη-Αλέξαινα Μερεντίνη, έμαθε τα περί της θανατικής καταδίκης του αδερφού της (…) επισκέφτηκε το κτήριο της διοίκησης χωροφυλακής Κατούνης, αγριεμένη και αποφασισμένη να συγκρουστεί με την εξουσία… Στη συνάντησή της με το διοικητή του είπε με θυμό: … «Δεν υπάρχει πιο επαίσχυντη και εγκληματική πράξη, από το να εξαπατήσεις τους ανθρώπους που πίστεψαν στον ανδρικό σου λόγο. Δεν υπάρχει πιο αισχρό και απάνθρωπο από το να οδηγήσεις στο θάνατο τον άνθρωπο που σε εμπιστεύτηκε…». Και πάνω στο λόγο και τον αντίλογο, η Φρούδω Λιοντάκη, σήκωσε το χέρι της και τον χτύπησε στο πρόσωπο!… (…)

Εν κατακλείδι

Οι αφανείς και ηρωίδες γυναίκες του Αρχοντοχωρίου στα δύσκολα χρόνια της αντίστασης και του εμφυλίου έπαιξαν με τη ζωή τους. Όλες μαζί και η καθεμιά ξεχωριστά ακολούθησαν μια πορεία αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας τους. Κάποιες από αυτές (….) ακολούθησαν πορεία μοναδική, πορεία προς το μύθο και το θάνατο. Όλες τους, όμως, σήκωσαν ανάστημα αντάξιο της ιστορίας του χωριού και της περιοχής.

Ο ελάχιστος φόρος τιμής τους ανήκει (…).

ΥΓ: Η παραπάνω εργασία είναι απόσπασμα από την ερευνητική μου εργασία-μελέτη με τίτλο: ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-1950 ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ ΣΤΑΘΗ ΑΝΤ. ΛΙΑΚΑ – ΚΑΠΕΤΑΝ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ

Για οποιαδήποτε παρατήρηση, συμπλήρωση, διόρθωση … ή αφαίρεση μπορείτε να απευθυνθείτε στο e-mail mitsisspyros@hotmail.gr ή στο τηλ. 6972464683
_______________________________________
1 Μενέλαος Λουντέμης, απόσπασμα από το ποίημα «Έρχονται οι γυναίκες στη Μακρόνησο»
2 Μήτσης Θ. Σπύρος, Ερευνητική Εργασία με τίτλο: «ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-1950 ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ ΣΤΑΘΗ ΑΝΤ. ΛΙΑΚΑ – ΚΑΠΕΤΑΝ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ»
3 Κ. Μπάδα, «Κατοχή Αντίσταση – Εμφύλιος» των εκδόσεων «Παρασκήνιο»
4 Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα, εφημερίδα Αλυζία, Ιούλιος 2008
5 Σημειολογικά: Στον ίδιο χώρο, το 1974, λειτούργησαν τα πρώτα γραφεία του ΠΑΣΟΚ.
6 Σημ: Την ίδια μαρτυρία μου την αφηγήθηκαν πρώτον, ο έτερος όμηρος, Γ. Λ. και δεύτερον, ο εγγονός της Σωκράτης Δημ. Μήτσης, το 2010
7 Ευρ. Παπάζογλου, Ιωάννα Θωμοπούλου, σελ 501
8 Μήτσης Θ. Σπύρος, ««ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΧΩΡΙ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-1950 ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ ΣΤΑΘΗ ΑΝΤ. ΛΙΑΚΑ – ΚΑΠΕΤΑΝ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ»
9 Κατά πληροφορίες το τηλεγράφημα βρίσκεται στα χέρια του Χ. Μν.
10 Το κτίριο της χωροφυλακής ήταν το σημερινό σπίτι του Σπύρου Γιάννη Λιάκα ή του πρώην Γρηγόρη Λιάκα-«Γληγοραίικα»
11 Διάβασε την εργασία «Το Αρχοντοχώρι μέσα από τη ζωή και τη δράση του Στάθη Αντ. Λιάκα»