STORIES

Όλου του κόσμου τα φθινόπωρα στις πλάτες της ακουμπισμένα. Όλα τα κρύα του χειμώνα στην ψυχή της απλωμένα .


Μέρες του Οκτώβρη….

Ακουμπισμένη στο παραθύρι κοίταζε τα σύννεφα που μαζεύτηκαν στον ουρανό.
-Τι μήνα έχουμε; με ρωτάει
-Οκτώβρης είναι, της απαντώ.
-Πότε θα ‘ρθει το καλοκαίρι; Να κλείσω για θερμά λουτρά. Κάνουν καλό στη μέση μου.
Μ’ αρέσουν τα καλοκαίρια. Είναι φωτεινά. Τούτη η υγρασία με πειράζει. Κι αυτές οι μουντές μέρες… σαν να σκοτεινιάζει ο κόσμος μέσα μου.

Ρίχνω στην πλάτη της τη ζακέτα, να μην κρυώσει.
Όταν ήταν νέα, αγαπούσε όλες τις εποχές. Μέσα τους έβρισκε πάντα κάτι λυτρωτικό.
Τα φθινόπωρα έβγαινε στην αυλή μ’ ένα ρούχο λεπτό, δίχως να κρυώνει . Να σκουπίσει τα φύλλα, να πλύνει στη σκάφη τα ρούχα, να τ’ απλώσει.
Η βροχή, ο αέρας, το χιόνι, όλα αναγκαία είναι, έλεγε. Όλα απ’ το Θεό σταλμένα. Να ξεδιψάσει η γης, να καθαρίσει, να ξαποστάσει απ’ τα λιοπύρια του θέρους.
Ώσπου να ξαναρθεί η άνοιξη να καρπίσει ο κόσμος, ν’ ανθίσει η ζωή. Κι ύστερα να ‘ρθει ξανά το καλοκαίρι.
Τα καλοκαίρια ο ήλιος καίει και φωτίζει την ψυχή, να βλέπει πιο καθάρια. Όσο μεγαλώνει η μέρα, μεγαλώνει κι η ελπίδα, έλεγε….
Τα χρόνια περνούσαν κι άλλαζαν οι εποχές. Γέρασε μες στο μόχθο και κείνα που ονειρεύτηκε δεν ήρθαν.
Απόκαμε και λύγισε παραδομένη σε μοίρα που δεν μπόρεσε να νικήσει, που δεν μπόρεσε ν’ αντέξει. Και σιωπηλά συνθηκολόγησε σε άνισες με τις δυνάμεις της μάχες. Τίποτα πια δεν καρτερούσε κι ο ήλιος του καλοκαιριού άρχισε να την ενοχλεί. Ξεσυνήθισε το φως του. Έτρεχε ανήσυχη και φορούσε το καπέλο της, να φυλαχτεί απ’ τις αχτίδες του.
Με τον καιρό έπαψε να παραπονείται. Σαν έπιανε Οκτώβρης, άνοιγε το παράθυρο κι άφηνε την υγρασία να περάσει ως το μεδούλι του κορμιού της.
Συμβιβάστηκε με τη συννεφιά κι έμαθε να ζει με μέρες που μικραίνουν και σώνονται γρήγορα. Και καρτερούσε πώς και πώς να νυχτώσει. Να πέσει στο κρεβάτι και να κλείσει τα μάτια. Να λησμονήσει τα φθινόπωρα που στάθηκαν στη ζωή της απάνω.
Όλου του κόσμου τα φθινόπωρα στις πλάτες της ακουμπισμένα. Όλα τα κρύα του χειμώνα στην ψυχή της απλωμένα . Όλα απ’ το Θεό σταλμένα.

Κείμενο: Ιόλη4
ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Αφήστε ένα σχόλιο

comments

Comment here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.